Σιμά σα ξημερώματα

  • από

Σιμά στα ξημερώματα, χάραξεν κ’ η ανατολή
εξέβεν ο Αυγίτες, πάει να ξημερώσει.
Ο ήλιον εδιαρμένεβεν, κόρη μ’ θ’ αφήντ’ ς το σπίτι σ’
ο φέγγον τερεί και γελά, τα φύλλα πουστουρίζ’νε
παρχάρ1 αέρα πα φυσά, τ’ ελάτια κουστουρίζ’νε.

Νεοελληνική απόδοση

Κοντά στα ξημερώματα, χάραξε και η ανατολή
βγήκε ο Αυγερινός, πάει να ξημερώσει.
Ο ήλιος συμβούλευε: κόρη μου, θ’ αφήσεις το σπίτι σου
το φεγγάρι κοιτάει και γελά, τα φύλλα θροΐζουνε
φυσάει και αέρας από το παρχάρ1
τα ελάτια κουνιούνται.

1παρχάρ: θερινός βοσκότοπος, θερινή κτηνοτροφική διαμονή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.