Σε τούτ’ την τάβλα που `μαστε

  • από

Σε τούτ’ την τάβλα που `μαστε, σε τούτο το τραπέζι,
τους Αποστόλους φίλευα και το Χριστό κερνούσα,
και την Κυρά μας Παναγιά θερμοπαρακαλούσα,
για να μου δώσει τα κλειδιά, τα Παραδεισοκλείδια,
ν’ ανοίξω την Παράδεισο, να διώ ποιούς έχει μέσα.
Ανοίγω `πο δεξά μεριά πόρτες και παραθύρια,
βλέπω φτωχούς να κάθουνται και λάμπουν σαν τ’ αστέρια,
βάσταγαν και στα χέρια τους `πο μια χρυσή λαμπάδα.
Ανοίγω `πο ζερβιά μεριά πόρτες και παραθύρια
και βλέπω αρχοντόψυχες στην πίσσα, στα σκοτάδια,
βάσταγαν και στα γόνατά τ’ς `πο μια σακκούλα ν’ άσπρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.