Πουλάκι νεκελάηδαγε

  • από

Πουλάκι (ν)εκελάηδαγε σε πέτριν’ αλωνάκι.
Βασιλοπούλα τ’ άηκουσε (ν)από το μπαλκονάκι.
– Νά ειχα, πουλί μ’ , τη χάρη σου και τον κελάηδισμά σου!
– Το πώς νά ’χεις τη χάρη μου και το καλάηδισμά μου,
που ’σύ τρως χάσικο ψωμί κι εγώ τρώ’ χορταράκι,
που ’σύ πίνεις γλυκό κρασί κι εγώ νερό απ’ τ’ αυλάκι;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.