Ποιος είναι ο Γιάννης Ντομπρίδης

  • από

Ο Παρατηρητής της παράδοσης είχε τη μεγάλη χαρά να συνομιλήσει με τον Γιάννη Ντομπρίδη, έναν από τους δεξιοτέχνες της γκάιντας που είναι σε θέση να μας πει ιστορίες από την παλιά γενιά γκαιντατζήδων, να μας πει πώς έζησε τους παλιούς οργανοπαίχτες και πώς ήταν οι εποχή τότε όπου οι γκαιντατζήδες ήταν λίγοι και το όργανο κινδύνευε να χαθεί.


1. Τι θυμάστε από τους παλαιότερους γκαϊτατζήδες;

Γεννήθηκα το 1955 σε ένα χωριό του Διδυμοτείχου τη Λάδη. Το χωριό μου ήταν αυτό που λέμε «ντόπιο» και όταν πήγαινα στο Δημοτικό υπήρχαν 4 γκαιντατζήδες στο χωριό, γεννημένοι στις αρχές του 20ου αιώνα. Έτσι πρόλαβα μία κουλτούρα στο τέλος της αλλά πριν χαθεί.
Κάθε Κυριακή στην πλατεία του χωριού γινόταν χορός από τις γυναίκες κυρίως και αρκετές φορές συνοδεύονταν από γκάιντα, αλλιώς μόνο με το τραγούδι.
Οι γκαϊτατζήδες της εποχής εκείνης δεν ήταν μόνο οργανοπαίχτες πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης όπως θα λέγαμε σήμερα, αλλά ήταν κυρίως κτηνοτρόφοι και αγρότες. Η αλήθεια είναι ότι κάποιοι από αυτούς έβγαλαν όνομα για τη συνήθεια του ποτού ή της παραμέλησης της κυρίας εργασίας τους, ήταν δηλαδή ένα όχι προς μίμηση παράδειγμα τουλάχιστον για τους γονείς μας.
Εμένα για κάποιο λόγο η γκάιντα με ενθουσίαζε από μικρό παιδί και πολύ ήθελα ο παππούς μου να ήταν ένας από τους γκαιντατζήδες του χωριού. Όταν αποφάσισα να μάθω γκάιντα αντιμετώπισα το πρώτο πρόβλημα, πού θα βρω γκάιντα. Ήταν το 1973, τελείωνα το εξατάξιο Γυμνάσιο, ζούσα στο Σουφλί και έμαθα ότι κάποιος είχε μία γκαιντανίτσα και την πουλούσε. Την αγόρασα 120 δραχμές τότε και όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα από την χαρά μου. Βρήκα δέρμα το επεξεργάστηκα σύμφωνα με τις οδηγίες που μου δίνανε, κατάφερα να βρω κομμάτια του ισοκράτη και επιτέλους συμμάζεψα μία γκάιντα. Όλα αυτά γίνονταν γιατί οι κατασκευαστές γκάιντας είχαν πεθάνει και η γκάιντες που είχαν μείνει ήταν ένα είδος φετίχ και συνήθως ακολουθούσαν τον οργανοπαίχτη στον τάφο του.
Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που αποφάσισα να κατασκευάζω γκάιντες. Πρώτα για να φτιάξω την ιδανική γκάιντα για μένα και μετά για όποιον ενδιαφέρονταν. Τώρα πια είμαστε αρκετοί κατασκευαστές και τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να επιλέξουν γκαιντανίτσες σε διάφορες τονικότητες και από διαφορετικούς κατασκευαστές.
Την δεκαετία του 70 η γκάιντα στον Έβρο έπνεε τα λοίσθια, αλλά τώρα έγινε το μεγάλο big bang. Εκατοντάδες νέα παιδιά αλλά και κάποιας ηλικίας άνθρωποι, μαθαίνουν να παίζουν γκάιντα κάνοντας μαθήματα είτε σε συλλόγους είτε σε μουσικά σχολεία. Νομίζω ότι όταν η γκάιντα άρχισε να εμφανίζεται στην τηλεόραση, στο Μέγαρο Μουσικής, στο Λυκαβηττό, με τραγουδιστές όπως ο δικός μας ο Χρόνης Αηδονίδης αλλά και ο Νταλάρας και ο Σαββόπουλος έπεσαν οι όποιες αναστολές υπήρχαν για το όργανο αυτό. Εκ κατασκευής η γκάιντα δεν έχει μεγάλη μουσική έκταση και αυτός είναι ο λόγος που, όπως λέει ο μουσικολόγος φίλος μου Χάρης Σαρρής, για την ανάπτυξη της τεχνικής του “βγάζει από τη μύγα ξύγκι” δηλαδή με 5 νότες άπειρα και ποικίλα πράγματα ώστε να ξεσηκώνει τον κόσμο. Ο γκαιντατζής για μένα πρέπει να είναι διασκεδαστής και όχι μόνο εκτελεστής. Ο διασκεδαστής κάνει τον κόσμο να χορεύει, ο εκτελεστής τον κάνει μόνο να ακούει.
Την δεκαετία του ’80 το ενδιαφέρον μου για τη λύρα της Θράκης με έφερε κοντά στον αείμνηστο Γιάννη Στρίκο από την Αγία Ελένη. Τον γνώρισα στη Θρακική Εστία Θεσσαλονίκης και για πάρα πολλά χρόνια ήμασταν πάρα πολύ κοντά και παίζαμε παρέα. Ο πατέρας του έπαιζε γκάιντα στο Κωστί. Σε αυτόν χρωστάω πολλά και ήταν η αιτία της παρουσίας μου σαν μουσικός στα Αναστενάρια από τότε μέχρι σήμερα. Αυτός μου έμαθε επίσης να κατασκευάζω και λύρες θρακιώτικες ένα όργανο που υπήρξε κατά τόπους στον Έβρο αλλά δεν κυριάρχησε.

2. Ποια η διαφορά της εβρίτικης γκάιντας με την βουλγαρική γκάιντα;

Η βουλγαρική γκάιντα διδασκόταν στα σχολεία επί Σοσιαλισμού ακόμα, οπότε υπέστη κάποιες τροποποιήσεις και βελτιώσεις ως προς την κατασκευή της γκαϊντανίτσας, πχ με μεγάλη κωνικότητα για ενίσχυση του ήχου των κάτω οπών, μεγάλες κάτω οπές για να μισόκλείνουν για καλύτερη απόδοση των ματζόρε επικράτηση της γκαϊντανίτσας σολ για αυτούς, ρε γεια μας κλπ. Επίσης η τεχνική τους ακολούθησε έναν δρόμο πιο κοντά στην δυτική μουσική σε σχέση με το δικό μας όργανο.

3. Ποιος ο ρόλος της γκάιντας σήμερα;

Σήμερα λοιπόν η γκάιντα έχει βρει τον δρόμο της έστω και αν έχασε τον ρόλο του πρωταγωνιστή και είναι φιλοξενούμενη στις ορχήστρες. Ο κόσμος δείχνει να την αγαπάει και αυτό είναι η καλύτερη ένδειξη ότι θα ακολουθήσει να μας διασκεδάζει. Τα νέα παιδιά πια παίζουν καλύτερα και από μας και όπως λέει με χιούμορ ένας φίλος μου ” δεν θέλω να τα ακούω γιατί όλα παίζουν καλύτερα από μας”. Όταν ένας μαθητής παίζει ένα όργανο καλύτερα από το δάσκαλο του αυτό το όργανο είναι σε καλό δρόμο.

4. Τι γνώμη έχετε για τους για τα νεότερα τραγούδια που γράφονται σε παραδοσιακό ύφος;

Μα έτσι έβγαιναν τα τραγούδια πάντα. Γινόταν ένα γεγονός έκαναν κουτσομπολιό, έτσι γινόταν πάντα. Τα παλιά τραγούδια δεν ξέρουμε ακριβώς πότε έγιναν, πώς ακριβώς έγινε το γεγονός το οποίο αφορά. Τα πιο καινούργια ξέρουμε ακριβώς τι έγινε, για ποιο λόγο κλπ . Αν το αγαπήσει ο κόσμος δεν είναι κακό να βγαίνουν καινούργια τραγούδια. Για παράδειγμα ο Στέργιος, το λένε στη Μακεδονία το λένε και στη Βουλγαρία και αγαπήθηκε πάρα πολύ και σε μας, τώρα το ότι βγήκαν πολλά sequel ενδεχομένως να το παράκαναν, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει ανάγκη να βγαίνουν καινούργια τραγούδια. Πάρτε για παράδειγμα την Κρήτη, είναι μέσα στην ιδιοσυγκρασία τους κάθε δύο μέρες να βγαίνουν καινούργιες Μαντινάδες και καινούργια τραγούδια. Είναι καλό διάφορα συναισθήματα, όπως χαρά ,έρωτας, λύπη, νοσταλγία, να εκφράζονται με τον τρόπο του σήμερα, αλλά πάντα με λόγο ποιητικό ,γιατί και τα τραγούδια είναι ποιήματα. Καλά είναι να βγαίνουν καινούργια τραγούδια να διαμορφώνονται νέα κομμάτια και ο κόσμος έχει το αισθητήριο να αντιλαμβάνεται ποια είναι αποδεκτά και ποια δεν είναι.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ο Αφούσης

Ο «Αφούσης» ήταν ένας καλός και εγγράμματος…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *