ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΛΙΤΣΑ ΟΥΛΙΑΝΟΥΔΗ

  • από

Ο κύκλος συνεντεύξεων του Παρατηρητή της Παράδοσης συνεχίζεται, αυτή τη φορά με έναν άνθρωπο που θεωρείται από πολλούς ως η μεγάλη κυρία της Θρακιώτικης μουσικής,  κατάγεται από το χωριό Ασβεστάδες Διδυμοτείχου και τώρα μένει στη Νέα Χιλή Αλεξανδρούπολης. Προέρχεται από οικογένεια μουσικών αφού πολλά μέλη της οικογένειας της τραγουδάνε, χορεύουν και γενικώς έχουν μεγάλη εμπλοκή με την παράδοση. Σας καλωσορίζουμε σε ένα ακόμα κεφάλαιο του «Ποιά είναι η Λίτσα Ουλιανούδη».

(πατήστε εδώ για να δείτε το βιογραφικό της)

            1.         Είναι μεγάλη μας χαρά που δεχτήκατε για την συνέντευξη αυτή. Προσπαθούμε ως ιστοσελίδα να συγκεντρώσουμε πληροφορίες γύρω από την παράδοση και οι μουσικοί είσαστε βασικοί εκφραστές αυτής. Από πότε ξεκίνησε η ενεργή σας ενασχόληση με την παράδοση;

            Από μικρή ηλικία με ξέρανε ότι είχα μια κλήση. οι γονείς μου ήτανε στη Γερμανία και εγώ μεγάλωνα με τον παππού και τη γιαγιά μου. Έτσι εγώ τραγουδούσα γιατί ήθελα να πω τον πόνο μου. Έτσι περνούσανε τα χρόνια. Μάλιστα ερχόντουσαν συγγενείς και φίλοι που ήταν και αυτοί μετανάστες στη Γερμανία και με έβαζαν να τραγουδήσω για να με ηχογραφήσουν πρόχειρα σε εκείνες τις παλιές κασέτες τις μεγάλες. Αυτές τις ηχογραφήσεις τις έπαιρναν μετά και τις πήγαιναν στην μάνα μου. Δύσκολα χρόνια τότε. Σε έναν γάμο, αρκετά αργότερα, όταν ήμουν 27-28 χρονών, με φώναξε ο θείος μου ο Κώστας ο Λιγούδης να τραγουδήσω, πήρα το μικρόφωνο και τραγούδησα. Μετά από μερικά χρόνια ο Ζιώγας ο Γιώργος έκανε καταγραφές και του έδειξαν σε βιντεοκασέτα εκείνον τον γάμο που τραγούδησα. Του έκανε μεγάλη εντύπωση και έψαξε να με βρί. Με έπαιρνε να τραγουδήσω στις παραστάσεις που έκανε με τον σύλλογο του, μαζί με το μουσικό σχήμα των Κουρούδηδων. Μετά από 3 – 4 παραστάσεις, ο συγχωρεμένος ο Χρήστος Κουρούδης μου είπε «Τέτοια φωνούδα δεν θέλω να πάει χαμένη θα έρχεσαι σε κάνα γάμο να τραγουδάς;». Η αλήθεια είναι ότι μετά τις αδελφές Δοιτσίδη ήμουν η πρώτη γυναίκα που ανέβηκα να τραγουδήσω. Εγώ αρνήθηκα αρχικά. Δεν ήθελα διότι ήμουν παντρεμένη. Μετά με ειδοποίησε ότι έκλεισε να παίξει σε έναν γάμο και ότι ο νοικοκύρης δήθεν με άκουσε και με ζήτησε. Μετά από λίγες μέρες με ειδοποίησε να τραγουδήσω σε γάμο και ότι αυτός που έκανε το γάμο «Σ΄ακσει και θέλει να έρθεις». Κάπως έτσι μπλέχτηκα, χωρίς να θέλω. Μου άρεσε αλλά δεν ήταν όνειρο ζωής. Δουλέψαμε μαζί 16 –  17 χρόνια. Αργότερα μεγάλωσαν τα παιδιά τους και έτυχε όλοι οι νεότεροι να ασχοληθούν και εκείνοι με την μουσική. Θεώρησα λοιπόν ότι είναι καλύτερα να αποσυρθώ. Θεώρησα ότι αφού ανέβηκαν και τα παιδιά τους έπρεπε να κάνω χώρο για τους νεότερους. Από τότε δουλεύω μόνη μου και έχω συνεργαστεί με πολλούς ανθρώπους της θρακιώτικης παράδοσης, όπως τον Βαγγέλη Δημούδη, τον Νίκο  Ζαπάρτα και βέβαια τον Βαγγέλη Παπαναστασίου.

Επίσης συμμετείχα σε διάφορες ψηφιακές δισκογραφικές εκδόσεις CD :

  • Μουσική και μουσικοί της Θράκης,
  • Η γή του Ορφέα.
  • Τραγούδια του Μάη και της Άνοιξης με τον Χρόνη Αηδονίδη.
  • Τραγούδια του αποχωρισμού και της ξενιτιάς, με τον Χρόνη Αηδονίδη.
  • Ψες είδια στ΄ ονειρό μου, με την επιμέλεια του παραδοσιακού συλλόγυο «Ο Έβρος» και παραγωγής «ΕΛΚΕΛΑΜ».
  • Λαογραφικές μουσικοχορευτικές διαδρομές «Θράκη – Αιγαίο – Κύπρος».
  • Στο χωρίον Μεταξάδες, του πολιτιστικού συλλόγου Μεταξάδων.
  • Στου χουρό ν΄ αρραδιαστείτι, του συλλόγου Εβριτών Ν. Ροδόπης.
  • Τ΄ Άη Κουνταντή παγκύρ΄ θα γέν ….. στους Ασβεστάδες.
  • Γλέντια Θρακών του Βαγγέλη Παπαναστασίου.
  • Τα θκά μας τραγούδια, που θα εκδοθεί σύντομα με τον Νικο Ζαπάρτα

            2.         Τι σας οδήγησε να ασχοληθείτε με την παράδοση;

            Άκουγα συνέχεια παραδοσιακά τραγούδια και με συγκινούσαν. Αρχικά βέβαια τα άκουγα από τις γυναίκες του χωριού. Ήταν απίστευτο πώς μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού έκαναν τις δύσκολες αγροτικές εργασίες και ταυτόχρονα τραγουδούσαν. Δούλευαν και τραγουδούσαν ασταμάτητα. Αργότερα τα άκουγα από τον Αηδονίδη και τον Δοιτσίδη. Μάλιστα συμμετείχα και στη χορωδία του Χρόνη Αηδονίδη.

            3.         Έχετε γράψει μουσική ή στίχους για παραδοσιακά τραγούδια;

            Όχι, δεν το επιχείρησα, γιατί τα θρακιώτικα τραγούδια που δεν έχουν ακουστεί ακόμα είναι πάρα πολλά. Τόσα που δεν βρίσκω το λόγο να γράψω κι άλλα. Θα ήθελα να αντ΄ αυτού να εκδώσω δίσκους για να ακουστούν αυτά τα ανέκδοτα τραγούδια. Έχω καταγράψει πολλά τραγούδια κυρίως βέβαια από το χωριό μου τους Ασβεστάδες. Δυστυχώς όμως και η έκδοση δίσκων θέλει χρήματα και οι εποχές είναι παράξενες. Κάποια από αυτά θα ακουστούν στον νέο δίσκο που ετοιμάζουμε με τον Νίκο Ζαπάρτα.

            4.         Η παράδοση του Έβρου έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια; Η εικόνα δηλαδή στα γλέντια πέρσι (γιατί φέτος απαγορεύονται) είναι ίδια σε σχέση με πριν 50 χρόνια; Μήπως τα γλέντια έγιναν πιο «πανθρακικά»; πολλοί λένε ότι έχει χαθεί το χρώμα του κάθε χωριού.

            Έχει αλλάξει. πχ ο Κουλουριαστός, έχει γίνει πλέον αγώνας δρόμου. Βλέπουν οι μεγαλύτεροι τους νεότερους και λένε «Τη τρέλα είναι αυτή;». Επίσης, παλιότερα υπήρχε σεβασμός, κάποιος «έπαιρνε» τον χορό για 3 -4 κύκλους και μετά πήγαινε κάποιος να του πάρει την θέση του «πρωτοχορευτή». Τώρα πολλές φορές βλέπω, επειδή θέλουν όλοι να πάρουν τη θέση του «πρωτοχορευτή» γίνεται μια μάχη ποιος θα την πάρει και δεν τον αφήνουν να την χαρεί λίγο. Επίσης, εκ των πραγμάτων τα πανηγύρια πλέον έχασαν τον τοπικό χαρακτήρα του κάθε χωριού. Παλιά ακουγόντουσαν μόνο τα τραγούδια του χωριού που γινόταν το πανηγύρι.

            5.         Έχει προχωρήσει ή έχει αλλοιωθεί η παραδοσιακή μουσική;

            Εξελίσσεται η μουσική και πρέπει να εξελίσσεται. Αλλά αυτό πρέπει να γίνεται με διάκριση, να εξαλείφονται αρνητικά στοιχεία πχ λόγω έλλειψης μουσικής παιδείας ή απουσίας καλών μουσικών. Αντιθέτως να τονίζονται τα θετικά στοιχεία της παράδοσης και να βγαίνουν μουσικοί με ικανότητες που να μπορούν να αναδείξουν το πλούτο της Ελληνικής παραδοσιακής μουσικής.

            6.         Έχει ειπωθεί πολλές φορές ότι στα γλέντια και στα πανηγύρια τραγουδούσαν κυρίως οι γυναίκες. Τραγουδούσαν όλες ή οι καλλίφωνες ή υπήρχαν πρωτοτραγουδίστριες;

            Στο χωριό μου, στις πλατείες, κάθε Σάββατο και Κυριακή, γινόταν χορός. Η αρχή γινόταν από τις γυναίκες. Ξεκινούσαν τον στίχο οι γυναίκες που ήταν στον κύκλο από την μέση και πάνω, οι γυναίκες από την μέση και κάτω απαντούσαν (δηλαδή επαναλάμβαναν τον στίχο). Τραγουδούσαν κυρίως οι καλλίφωνες και οι «μερακλούδες», προσπαθώντας να πιάσουν το κούρδισμα της γκάιντας. Για αυτό και έκαναν μια χαρακτηριστική τσιριχτή φωνή. Σιγά σιγά έμπαιναν στον χορό και οι άντρες από τα καφενεία. Όλα αυτά άσχετα από τον καιρό. Μέσα στα χιόνια θυμάμαι τους άντρες να χορεύουν και να «χτυπάνε άλτα» (χαρακτηριστικό χτύπημα των ποδιών που κάνουν οι άντρες στο χορό). Οι άντρες τραγουδούσαν πιο πολύ τα τραγούδια της τάβλας πριν το χορό ή στις παρέες μεταξύ τους στα καφενεία. όχι τόσο συχνά στα πανηγύρια.

            7.         Η παραδοσιακή μουσική συγχωρεί κάποια λάθη; Μπορεί κάποια φαλτσαρίσματα να βαφτιστούν «παραδοσιακό χρώμα»;

            Ένας που ξέρει παράδοση και μουσική ξεχωρίζει αν κάποιος είναι ικανός η όχι.

            8.         Τι άλλο θυμάστε από την παράδοση στο χωριό σας;

            Καταρχήν τα τραγούδια ήταν εποχιακά πχ τα νυχτέρια, όταν καθάριζαν τα καλαμπόκια, μετά ήταν τα τραγούδια του Αη Δημήτρη, μετά του Δωδεκαημερου (Χριστούγεννα  – Πρωτοχρονιά), μετά τα αποκριάτικα, που ήταν πολλά και πολύ «πιπεράτα» τα οποία οι περισσότεροι ντρεπόμαστε να τα πούμε, μετά του Λαζάρου, μετά τα πασχαλιάτικα, όπως Τ΄ άρμενου γιος πινέθικι, πασχαλιάτικος ταπεινός ,μετά τραγούδια του Μάη και της Άνοιξης, μετά του θέρου, που τα έλεγαν ενώ θέριζαν μέσα στη ζέστη και φορώντας τις βαριές φορεσιές, και έτσι ολοκληρώνονταν ο κύκλος του χρόνου. Επίσης είχαμε και εξαιρετικούς γκαιντατζήδες, όπως το παππού Θεοδόση. Το χωριό μας ήταν σχετικά απομονωμένο, δεν ήταν πάνω σε κάποιον κεντρικό οδικό άξονα. Για παράδειγμα θυμάμαι όταν οι άντρες πήγαιναν να εκπληρώσουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, έφευγαν και επέστρεφαν μετά από 3 χρόνια, μετά την λήξη της θητείας τους δηλαδή. Αυτό γινόταν λόγω του κακού οδικού δίκτυο που υπήρχε την απουσία μέσων μεταφοράς και την γενικότερη δυσκολία μετακίνησης. Κάπως έτσι κρατήσαμε την παράδοση για πολλά χρόνια αναλλοίωτη και το χωριό μας αποτέλεσε πηγή πολλών ερευνητών.

            9.         Ποιόν συνάδελφό σας σέβεστε πάρα πολύ;

            Θα πω πολλούς, τον Βαγγέλη Δημούδη, τον Δοιτσίδη, παρόλο που δεν έτυχε να συνεργαστούμε, τον Χρόνη Αηδονίδη, τον συγχωρεμένο τον Χρήστο τον Κουρούδη, τον Σωτήρη Παπάζογλου, τον Κώστα Λιγούδη, τον Παπαναστασίου Βαγγέλη, τον Νικο Ζαπάρτα και γενικά σέβομαι όλους όσους συνεργάστηκα. Θεωρώ ότι όλοι συνέβαλαν στην διατήρηση της Θρακιώτικης παράδοσης.

            10.       Οι Ασβεστάδες είναι για την Θρακιώτικη Παράδοση σημείο αναφοράς. Σε πολλές παρέες που έχω βρεθεί παρατήρησα ότι ένα από τα κυρίαρχα κριτήρια στο ερώτημα αν ξέρει κανείς να χορεύει θρακιώτικα ή όχι, είναι αν ξέρει να κουλουριάζει. Αυτό σίγουρα είναι επιτυχία για το χωριό σας και οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην οικογένεια σας. Πως αισθάνεστε για αυτό;

            Φυσικά καμαρώνω για αυτό, είμαστε τυχεροί ως χωριό που έχουμε πολλούς μερακλήδες και καλούς χορευτές. Η οικογένεια μου έτυχε να είναι λίγο τολμηροί, να έχουν καλή φωνή και έτσι να αναλάβουν λίγο περισσότερες πρωτοβουλίες για την ανάδειξη του χωριού. Χαίρομαι για τα κατορθώματα του χωριού αλλά κυρίως σέβομαι όλες της οικογένειες που συνέβαλαν σε αυτήν την επιτυχία. Βέβαια, παλιότερα δεν υπήρχε η έννοια του κουλουριαστού. Η ονομασία δόθηκε αργότερα από τους δασκάλους και τους λαογράφους. Παλιότερα λέγανε «βάρτει έναν από τουν ώμου». Επίσης ποτέ δεν κουλούριαζαν μισή ώρα όπως τώρα. Ο χορός ξεκινούσε με τα πιο αργά τραγούδια από τα ζνάρια, μέχρι να γεμίσει ο χορός, μετά πιανόντουσαν από τους ώμους και έβαζαν πιο ζωηρά τραγούδια.

            11.       Πολλοί συζήτηση γίνεται για τον διαχωρισμό των τραγουδιών σε ζωναράδικα και γαϊτάνια. Είναι κριτήριο θα λέγαμε γνώσης της θρακιώτικης παράδοσης και να τα μπερδεύει κανείς είναι ιεροσυλία. Το θεωρείται τόσο μεγάλη ντροπή να τα μπερδέψει κανείς; Έχουν γίνει διαφοροποιήσεις με τα χρόνια; Δηλαδή κάποιο τραγούδι από ζωναράδικο να γίνει γαϊτάνι;

            Δεν θα το έλεγα και ιεροσυλία αλλά δεν είναι σωστό να τα μπερδεύει κανείς. Ένας από τους Ασβεστάδες αν ακούσει πχ την Κουμπαρούλα  αυθόρμητα θα αφήσει τα ζνάρια ή τους ώμους και θα πιαστεί από τα χέρια για να χορέψει γαϊτάνι. Τα γαϊτάνια είναι συγκεκριμένα τα κυριότερα είναι η Κουμπαρούλα, Ψες είδια, Τρεις αδελφούλες ήμασταν, κάτω στην Αγιά Βαρβάρα, Πεφτ΄ αντάρα στα βουνά, Κόρη πιπέρι έσπερνε, Τρείς κοπέλες λυγερές, Χορέψτε να χορέψουμε, Σαράντα παλληκάρια, Κάτω κάτω στα εργαστήρια. Δεν θυμάμαι να έγιναν μεταφορές από τον έναν χορό στον άλλο.

            12.       Πώς σας φαίνονται οι νεότεροι μουσικοί; Πολλοί λένε ότι έχει χαθεί το χρώμα των παλιών. Άλλοι λένε ότι οι νεότεροι είναι πιο «σπουδαγμένοι» και με μεγαλύτερο ρεπερτόριο.

            Σπουδάζουν πλέον οι μουσικοί, ενώ οι παλιοί ήταν αυτοδίδακτοι. Καλό είναι να εξελίσσονται οι μουσικοί, αυτό είναι θετικό. Πρέπει όμως να κρατάμε κάποια βασικά πράγματα, θα πρέπει για παράδειγμα να μελετούν πολύ τους παλιούς, πχ τον παππού Θεοδόση που απ΄ όσο ξέρω τον μελετούν πολλοί νεότεροι μουσικοί.

            13        Τι θα συμβουλεύατε κάποιον που ξεκινάει τώρα την ενασχόληση του με την παράδοση;

            ΣΕΒΑΣΜΟΣ με κεφαλαία γράμματα στην παράδοση, αγάπη και μελέτη.

Εκ της ομάδας συντακτών του Παρατηρητή της Παράδοσης ευχαριστούμε θερμά την Λίτσα Ουλιανούδη. Πιστεύουμε ότι οι αναγνώστες μας θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα την ευχάριστη αυτή συζήτηση μας. Της ευχόμαστε ο Θεός να της δίνει, υπομονή, επιμονή και καλή δύναμη στο τόσο σημαντικό έργο που επιτελεί.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΣ ΦΑΚΑΡΟΣ

Γεννήθηκε στην Ικαρία το 1978.Τα πρώτα του μουσικά βιώματα…

Ετικέτες:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *