Ο κυνηγός κι η καλογραία

  • από

Κυνηγός, που κυνηγούσε
μες στα άγρια βουνά,
έτυχε να συναντήσει
μια ερημοεκκλησιά.

Προχωρεί και μπαίνει μέσα
με λυπητερή καρδιά,
βρίσκει εκεί και προσκυνούσε
μια μικρή καλογριά.

«Καλή μέρα, καλογραία,
τ’ όνομά σου επιθυμώ,
ας το μάθω κι ας πεθάνω
στο ερημοκκλήσι αυτό».

«Τ’ όνομά μου δεν το λέγω,
γιατί θα το λυπηθείς,
γιατί σύ `σουνα αιτία
καλογραία να με δεις».

«Έλα πάτησε τον όρκο
και παντρέψου μια βραδιά.
Πάρε με τον κυνηγάρη
που σ’ αγάπησα πιστά».

«Πώς τον όρκο να πατήσω,
το Θεό να αρνηθώ!
Πέντε έτη είναι τώρα
όπου ασκητώ εδώ.

Η τροφή μου είναι χόρτο,
το κρεβάτι μου είναι αυτό
και μια πέτρα μαξιλάρι,
έτσι μού `τανε γραφτό».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.