“Ο Θοδωράκης κάθεται”(Πελοποννήσου)

  • από

Η ομάδα συντακτών του Παρατηρητή της Παράδοσης συνεχίζει την προσπάθεια προβολής παραδοσιακών τραγουδιών και της ιστορίας στην οποία αναφέρονται. Αυτή τη φορά η φωνή του Παναγιώτη Λάλεζα μας ταξιδεύει στην Πελοπόννησο, όπου ακούμε για τον Θοδωράκη, τον ηρωικό Κολοκοτρώνη.

“Ο Θοδωράκης κάθεται”(Πελοποννήσου), ιστορικό κλέφτικο τραγούδι της Πελοποννήσου. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μετά τα τραγικά γεγονότα στο Μοναστήρι της Αιμυανούς, πήγε στη Μάνη και μη βρίσκοντας πουθενά σιγουριά πέρασε στη ρωσοκρατούμενη Ζάκυνθο(Μάης 1806).Εκεί έμεινε ως το 1821, με μια μονάχα διακοπή επιστροφής στην Πελοπόννησο το 1808 για να υπερασπίσει το φίλο του Αλή Φαρμάκη από τις επιθέσεις του γιού του Αλή Πασά Βελή. Από τη Ζάκυνθο ο Κολοκοτρώνης δεν παύει να νοσταλγεί το Μωριά. Λέγεται μάλιστα ότι την περίοδο εκείνη είχε ανοίξει κρεοπωλείο.

Ὁ Θοδωράκης κάθεται στὴ Ζάκυνθο στὸ κάστρο,
βάνει τὸ κυάλι καὶ τηράει καὶ τὸ Μοριᾶ ἀγναντεύει.
Βλέπει τὸ πέλαγο πλατὺ καὶ τὴ στεριὰ μεγάλη,
βλέπει τὴν Ἁλωνίσταινα, τὸ δόλιο Λιμποβίσι.

Καὶ τὰ λημέρια τῶν Κλεφτῶν πολὺ χορταριασμένα
καὶ τοῦ ῾ῥθε σὰν παράπονο καὶ κάθεται καὶ κλαίει…!»

Καὶ τοῦ Θανάση μίλησε, καὶ τοῦ Θανάση λέει:
Θανάση, ποῦ᾿ν᾿ τ᾿ ἀδέρφια μας, καὶ ποῦ ‘ναι οἱ δικοί μας; …
Τοῦ Λεωνίδα τὸ σπαθί, Κολοκοτρώνης τὸ φορεῖ,
ὅ,ποιος θὰ τὸ ἰδεῖ λαβώνει, καὶ τὸ αἷμά του παγώνει..

Φιλολογικὲς καὶ ἱστορικὲς παρατηρήσεις

Γιὰ τὸν Γέρο τοῦ Μοριᾶ ἔχουν γραφῆ πάρα πολλά. Ἐπίσης πάρα πολλὰ ἔχουν γραφῆ καὶ γιὰ τὰ Κολοκοτρωναίικα Τραγούδια. Ὁ ὁμιλῶν δὲν εἶναι ἱστορικός, οὔτε λαογράφος, παρὰ ἕνας ταπεινός, ἀλλὰ πιστὸς ἐργάτης, τῆς Ἐθνικῆς μας μουσικῆς καὶ ἀνήκει στὴν κατηγορία ἐκείνη τῶν ἀνθρώπων ποὺ μελετοῦν τὰ μνημεῖα τοῦ ἐμμέτρου δημοτικοῦ – μουσικοῦ λόγου καὶ ἀνησυχεῖ γιατὶ ἡ μεγάλη αὐτὴ προγονικὴ κληρονομιά μας διαρκῶς χάνεται μὲ τὴν ἁλματώδη εἰσαγωγὴ τοῦ συγχρόνου-Εὐρωπαϊκοῦ μάλιστα πολιτισμοῦ στὸν τόπο μας.

Πυρήνας τῆς ἀνακοινώσεως εἶναι ἡ παρουσίασις μιᾶς παραλλαγῆς τοῦ γνωστοῦ Δημοτικοῦ Τραγουδιοῦ «Ὁ Θοδωράκης κάθεται στὴ Ζάκυνθο στὸ κάστρο». Φυσικά, ὅσον τὸ δυνατὸν στὸν καθοριζόμενον ἀπὸ τὸ Πρόγραμμα χρόνο προσπάθειά μου θὰ εἶναι νὰ συνδέσω τὸ φρόνημα καὶ τὸ συναίσθημα τοῦ Ἀρκαδικοῦ τραγουδιοῦ (Ἀρκαδικὴ εἶναι ἡ παραλλαγὴ μου καὶ ἡ καταγραφή μου) μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ τραγουδιοῦ.

Ἐκ προοιμίου ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι χρησιμοποιῶ τὴν ὑπάρχουσα βιβλιογραφία, στηριγμένη στὴν ἐρευνητικότητα καὶ τὴν σοφία δύο κυρίως ἐπιστημόνων. Τοῦ Προέδρου τῆς Ἑταιρείας μας καὶ τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Καθηγητοῦ τῆς Λαογραφίας Κώστα Ῥωμαίου. Ἀλλὰ στὸ μέτρον τοῦ δυνατοῦ ὑπάρχει κάποια πεῖρα καὶ οἰκειότης καὶ τοῦ ὁμιλοῦντος, ὅσον τοὐλάχιστον ἀπαιτεῖ ἡ προσέγγισις τοῦ ἐξεταζομένου θέματος.

Ἰσχύουν κάποιες γενικὲς ἀρχὲς γιὰ τὸ ποιόν τῶν Δημοτικῶν Τραγουδιῶν, ποὺ ἀναφέρονται στοὺς Κλέφτες, δηλ. τῶν Τραγουδιῶν ἐκείνων ποὺ κατὰ κάποιον τρόπο ἀποτελοῦν τὴν συνέχεια τῶν Ἀκριτικῶν Τραγουδιῶν. Καὶ τὶς ἀρχὲς αὐτὲς πρέπει νὰ τὶς ὑπομνήσω. Ἐν πρώτοις ἐξαίροντας τὴν ἀνδρεία μιᾶς Κλεφταρματολικῆς ὁμάδας μὲ ἀφορμὴ ἕνα ἐπεισόδιο καὶ μὲ τὴν σχετικὴ ἀναφορὰ στὰ παλληκάρια ἢ τὸν ἀρχηγὸ ὀνομαστικῶς, ὁ τραγουδιστὴς τοῦ περιστατικοῦ λαὸς δὲν γράφει Ἱστορία. Ἁπλῶς θαμπώνεται ἀπὸ τὰ γενόμενα, ὅπως κι᾿ ἂν ἔγιναν, ὅπως κι᾿ ἂν ἔφθασαν στόμα μὲ στόμα στὴ γνώση τῶν πολλῶν, δοκιμάζει ἐσωτερικὴν ἔξαρσι, δόνησι, συναισθηματικὸς λαὸς εἶναι, σπεύδει νὰ μεταβάλη τὴν συγκίνησὶ του σὲ τραγούδι. Ἡ σύλληψις τοῦ περιστατικοῦ εἶναι θέμα προσωπικὸ τοῦ πρώτου στιχουργικοῦ δοκιμίου ποὺ στὴν συνέχεια βελτιώνεται, παίρνει ἔκτασι, μεταβάλλεται συχνὰ μὲ προσθαφαιρέσεις κατὰ τὸ δούλεμα τῶν στίχων καὶ δημιουργεῖ σχετικὴ μορφή, ποὺ ἀπὸ τόπο σὲ τόπο καὶ στόμα σὲ στόμα παραλλάσσει.

Ἡ ἀναφορὰ σὲ πρόσωπα δὲν εἶναι πάντοτε ἀσφαλής. Ἡ περιγραφὴ σκηνῶν δὲν ἔχει σχεδὸν ποτὲ σχέσι μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἐπίσης τὰ διδόμενα τοπωνύμια κι αὐτὰ δὲν εἶναι σίγουρα, πολλὲς φορὲς δὲν ταυτίζονται. Ὁ εἰδικὸς λοιπὸν ποὺ μελετᾶ ἕνα Κλέφτικο Δημοτικὸ Τραγούδι ἐπιμένει νὰ ἐπιβεβαιώση τοὐλάχιστον ὀνόματα προσώπων καὶ τόπων καὶ διὰ συνδυασμῶν προσπαθεῖ νὰ ἐντάξη τ᾿ ἀναφερόμενα στὸ τραγούδι στοιχεῖα μὲ τόπο, χρόνο, ἄνθρωπο, ζωή. Περιττεύει νὰ ἀναφέρω ὅτι ὁ ἐγκωμιαστικὸς τόνος στὸ Κλέφτικο Τραγούδι δὲν εἶναι παρὰ ἡ συγκίνησις τοῦ λαοῦ μὲ ἑκάστοτε διδομένη ἀφορμή.

Γνωρίζομε ἀπὸ τὴν Ἱστορία τῆς Κλεφτουριᾶς Πελοποννήσου ὅτι τὸ 1806 ἔγινε ὁ μεγάλος διωγμὸς τῶν Κλεφτῶν καὶ ἰδιαίτερα τῶν Κολοκοτρωναίων καὶ μαζὶ μὲ τὴν ἐξόντωσι τῶν Κλέφτικων ὁμάδων ὁ διασκορπισμὸς Ἡ παλιὰ Κλεφταρματολικὴ Οἰκογένεια τῶν Κολοκοτρωναίων εἶχε πολλὰ θύματα. Οἰκογενειακῶς ὁ Θοδωράκης κατέφυγε στὴν Ζάκυνθο. Ἦταν τότε 35 ἐτῶν. Καὶ εἶχε στρατιωτικὲς ἀρετὲς ἀπὸ χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία του στὸ Κλέφτικο. Ἐδῶ, ἀφοῦ κατετάγη στὸν Ἀγγλικὸ Στρατὸ προήχθη σὲ λοχαγὸ καὶ ταγματάρχη καὶ μέχρι τὸ 1818 πολλὰ ἐδιδάχθη καὶ πολλὰ ἐσχεδίασε γιὰ ἐπιχειρήσεις μὲ σκοπὸ τὴν ἀπελευθέρωσι τῆς Πελοποννήσου. Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ παθιασμένου αὐτοῦ ἀρχικλέφτη καὶ ἀγωνιστῆ στὸ νησί, δὲν ἦταν παρὰ νοσταλγία γιὰ τὴν πατρίδα καὶ πόθος πολέμου γιὰ νὰ φύγουν οἱ τύραννοι. Καὶ πόνος πολύς!!.Συνήθιζε, λέει ὁ Γ. Τερτσέτης κι᾿ ἔπαιρνε μαζί του τὸν γυιό του τὸν Κολλῖνο, μικρὸν τὴν ἡλίκία καὶ ἀνέβαιναν ἀπὸ τὴν Παναγία τοῦ Πικρίδη τὸν δρόμο τοῦ Κάστρου, εἰς Ζάκυνθον, τοῦ ἔδειχνε τὴν Πελοπόννησο καὶ τὰ βουνά της καὶ τοῦ ἔλεγε: ἐκεῖ ἔζησαν οἱ προπάτορές μας, τώρα ἡ γῆ ἐκείνη στενάζει εἰς τὸν ζυγὸν. Κάποια στιγμὴ τῶν τελευταίων προεπαναστατικῶν χρόνων ὁ συναισθηματικὸς λαὸς τῆς ὑπόδουλης πατρίδας μας ἔθεσε ὡς βασικὸν μύθο στὸ τραγούδι του, τὶς ψυχικὲς δοκιμασίες τοῦ Θ. Κολοκοτρώνη στὸ Ἰόνιο. Καὶ τὸν παρουσιάζει μὲ τὸν τρόπο του ὁ ἀνώνυμος Πελοποννήσιος στιχουργὸς τὸν πρόσφυγα νοσταλγὸν τῆς πατρίδας μὲ ζωντάνια ἔμμετρη:

«Ὁ Θοδωράκης κάθεται στὴ Ζάκυνθο στὸ κάστρο,
βάνει τὸ κυάλι καὶ τηράει καὶ τὸ Μοριᾶ ἀγναντεύει
βλέπει τὸ πέλαγο πλατὺ καὶ τὴ στεριὰ μεγάλη,
βλέπει τὴν Ἁλωνίσταινα, τὸ δόλιο Λιμποβίσι
καὶ τὰ λημέρια τῶν Κλεφτῶν πολὺ χορταριασμένα
καὶ τοῦ ῾ῥθε σὰν παράπονο καὶ κάθεται καὶ κλαίει…!»

Κατὰ Γριτσόπουλον, εἶναι μεγαλοπρεπὴς αὐτὴ ἡ εἰκόνα. Ἐκμηδενίζεται ἡ ἀπόστασις ἀπὸ Ζάκυνθο στὸν Μοριᾶ. Εἶναι σαφὴς ἡ μνεία τῶν τόπων, ἀπὸ Ζάκυνθο τώρα, στὸν Μοριᾶ ἀπὸ τὰ περασμένα, στὴν Ἁλωνίσταινα, στὸ Λιμποβίσι. Τὸ ἀχώριστο μηχάνημα τοῦ Γέρου, τὸ κυάλι γιὰ νὰ ἔχει πλήρη ἐποπτεία τοῦ περιβάλλοντος. Ἀπὸ τὸ κάστρο τῆς Ζακύνθου φαίνεται τὸ πέλαγος. Ὁ νοσταλγὸς παίρνει στὸ χέρι τὸ κυάλι. Τηράει. Ἀγναντεύει. Μὲ δύο ῥήματα ἕνας λαμπρὸς πίνακας. Κοιτάζει κανεὶς καὶ δὲν χορταίνει. Ἀγναντεύει καὶ νοιώθει τὴν ἀδυναμία του νὰ πλησιάση. Δουλεύει λοιπὸν μὲ τὰ μάτια καὶ γεμίζει τὴν ψυχὴ νοσταλγία. Βλέπει, βλέπει, δὲν χορταίνει νὰ βλέπῃ.

Δὲν εἶναι παθητικὸ τὸ ὅραμα. Εἶναι κέντρισμα. Βλέποντας, θυμᾶται. Τί θυμᾶται ἢ τί δὲν θυμᾶται! πῶς τ᾿ ἄφησε καὶ πῶς εἶναι τώρα! Ἡ νοσταλγία γίνεται πόνος. Γίνεται πίκρα. Ὁ στιχουργὸς χρησιμοποιεῖ τὴν ἐκφραστικὴ λέξι παράπονο. Καὶ τὴν ἐπίδρασὶ του στὴν ψυχικὴ κατάστασι ἑνὸς ἀπομακρυσμένου ἀπὸ τὰ μέρη του ποὺ τώρα ἐγκαταλελειμμένα, ἔχασαν τὴν ζωντάνια τους. Ὁ στιχουργὸς εἶπε χορταριασμένα. Ξεσταχωμένα, ἀκατάλληλα γιὰ ὅ,τιδήποτε. Τὰ βλέπεις καὶ πονᾶς! Κατάληξις τῆς συντομωτάτης αὐτῆς περιγραφῆς ἢ καλλίτερα τῆς ψυχικῆς ἀνατομίας ἑνὸς ἁπλοϊκοῦ στιχουργοῦ χωρὶς ἀξιώσεις, κατάληξις Πονεμένος κι᾿ ἀμίλητος ὁ παλιὸς Κλέφτης μὲ τὸ κυάλι στὸ χέρι, ὅπως τὸν συλλαμβάνει ὁ λαϊκὸς ποιητής. Κατάληξις μοναδική! «Τὸν παίρνει τὸ παράπονο καὶ κάθεται καὶ κλαίει…»

Τὰ Κολοκοτρωναίϊκα Δημοτικὰ Τραγούδια εἶναι πολλὰ καὶ μποροῦν νὰ διαιρεθοῦν σὲ δύο κύκλους. Ὅλα ὅμως ὁ ἀείμνηστος Γιάννης Βλαχογιάννης τὰ ἐκήρυξε συλλήβδην πλαστά, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως στὴν πραγματικότητα, διότι ὁ μεγάλος συγγραφέας, ὅπως καὶ ἄλλοι τῆς ἐποχῆς του, ἔγραφαν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν διαφόρων συναισθημάτων καὶ ψυχικῶν καταστάσεων, ὅπως τὶς διαμόρφωναν οἱ τοπικισμοὶ καὶ ἄλλα γεγονότα, ποὺ σήμερα βέβαια δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχύουν, διότι εἴμαστε ἀρκετὰ μακρυὰ ἀπ᾿ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ τὰ κρίνουμε ἀντικειμενικὰ καὶ χωρὶς προκαταλήψεις. Στὴν κεφαλὴ τῶν δύο κύκλων ἔχουν τεθῆ τὰ δύο πανελληνίως γνωστά, ἤτοι:

«Λάμπει ὁ ἥλιος στὰ βουνά, λάμπει καὶ στὰ λαγκάδια
ἔτσι λάμπει καὶ ἡ Κλεφτουριά, οἱ Κολοκοτρωναῖοι…»

Τοῦτο εἶναι ὁ ὑμνητικὸς – ἐγκωμιαστικὸς κύκλος, ποὺ συμβολίζει τὴν ἀποθέωσι καὶ τὸν θρίαμβο τῆς οἰκογενείας τοῦ Κολοκοτρώνη γιὰ τὴν πατριωτική της δράσι. Κυρίως καὶ πρὸ πάντων ἐξυμνεῖται ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ Θρυλικὸς Γέρος τοῦ Μοριᾶ, ποὺ τὸ ὄνομά του ἔγινε σύμβολο τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀπελευθερωτικοῦ Ἀγῶνα τοῦ 1821. Ἀκόμη ἐξαίρεται καὶ ἡ λαμπρὴ ἐμφάνισι, ὁ ἐντυπωσιακὸς ὁπλισμὸς καὶ κυρίως ἡ ὑπερηφάνεια τῶν Κολοκοτρωναίων. Καὶ τὸ ἄλλο γνωστὸ τραγούδι :

«Κολοκοτρώνης κάθεται στὴ Ζάκυνθο στο κάστρο…»

ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω καὶ θεωρεῖται θρῆνος τοῦ Κολοκοτρώνη γιατὶ περιέχει πόνο καὶ θλίψι.

Προηγεῖται ἀσφαλῶς ὁ κύκλος τῶν θρηνητικῶν τραγουδιῶν καὶ καλύπτει τὶς Κολοκοτρωναίϊκες ἁμαρτίες, κατὰ τὴν λαϊκὴ ἔκφρασι, μὲ τὶς πολλὲς θυσίες καὶ τὸ αἷμα τῆς οἰκογενείας. Κορυφώνεται ὁ ὕμνος πρὸς τὸν ἀρχιστράτηγο τῆς Ἐπαναστάσεως μετὰ τὰ μεγάλα του κατορθώματα. Αὐτὰ συνοψίζονται μὲ τρία ἀνεπανάληπτα γεγονότα. Πρῶτον, ἡ ἅλωσις τῆς Τριπολιτσᾶς ὕστερα ἀπὸ στενὴ πολιορκία 6 μηνῶν, ἔργον ἀποκλειστικὰ Κολοκοτρωναίϊκο. Δεύτερον, ἡ καταστροφὴ τῆς μεγάλης στρατιᾶς τοῦ Δράμαλη κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος. Τρίτον, ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ Αἰγυπτίου Ἰμπραὴμ στὴν τριετία 1825 – 1828. Ὁ Γέρος ἔσωσε τὴν Ἐπανάσταση ἀπειλουμένη. Ὁ λαὸς ἐπίστευε στὴν προσωπικότητα τοῦ Γέρου καὶ καὶ τοῦ ἀφιέρωσε αὐτὸν τὸν θεσπέσιον ὕμνο, ὅπου ταίριασε τὸ ζωογόνο φῶς τοῦ ἡλίου, μὲ τὴν λάμψι τῶν ὅπλων τοῦ πολεμάρχου. Ὁ ἴδιος λαὸς προηγουμένως εἶχε χύσει δάκρυα πόνου γιὰ τὴν ψυχικὴ δοκιμασία, γιὰ τὴν νοσταλγία καὶ γιὰ τὸν πόνο τοῦ φυλακισμένου λέοντος.

Αὐτὸς ὁ θρῆνος εἶναι ἕνα διαμάντι τοῦ ἐμμέτρου ποιητικοῦ λόγου τοῦ λαοῦ μας. Γνήσιο στὴν ἔκφρασι, ἀληθινὸ καὶ πυκνὸ σὲ βαθειὰ συναισθήματα. Ἀκούοντας κανεὶς τὸ τραγούδι τοῦτο συγκινεῖται καὶ κλαίει κι αὐτός, μαζὶ μὲ τὸν νοσταλγὸ πρόσφυγα στὴν Ζάκυνθο. Σὲ παλιὰ παραλλαγὴ τοῦ τραγουδιοῦ, ὑπάρχει στὴν ἀρχὴ ἐνδιαφέρουσα προλογικὴ προσθήκη δύο στίχων:

«Χριστέ, καὶ τί νὰ γίνηκαν οἱ Κολοκοτρωναῖοι,
μηδὲ στὴ Μάνη φαίνονται, μηδὲ στὸν Μέγα Λάκκο».

Ἀκόμη προστίθενται καὶ ἄλλοι στίχοι, ὅπου ὁ Γέρος ἐκφράζει ἀπορία γιὰ τὴν ἐξαφάνισι προσφιλῶν προσώπων τῆς οἰκογενείας καὶ ἀναφέρεται σὲ διάφορα περιστατικά, ποὺ ἴσως ἀποτελοῦν μεταγενέστερες προσθῆκες καὶ μᾶλλον ἀλλοιώνουν τὸν Θρῆνο. Ὅπως στὸ χωριὸ μας, Περδικονέρι Γορτυνίας, ἀρχίζουν τὸ τραγούδι αὐτὸ μὲ τοὺς στίχους:

«Νάηταν ὁ Γιάννης γνωστικός, νάειχε κι ο Γιώργης γνῶσι
νὰ πήγαιναν στὴ Ζάκυνθο, ποὺ πῆγε ὁ Θοδωράκης,
ὁ Θοδωράκης κάθεται στὴ Ζάκυνθο στὸ κάστρο…».

Ἐκεῖνο, ποὺ ἔχει σημασία στὸ τραγούδι μας εἶναι, ὅτι ὁ Θρῆνος εἶναι ἕνα γνήσιο ἔμμετρο δημιούργημα τοῦ λαοῦ, διαμάντι ἀληθινὸ τῆς Δημοτικῆς ποιήσεως προϊὸν βαθειᾶς συγκινήσεως ἀνωνύμου ποιητοῦ, ποὺ ἐκφράζει μὲ τὸν στίχο καὶ τὸ μέλος ὁ ἴδιος τὴν λαϊκὴ ψυχὴ σ᾿ ἕνα ἀνεπανάληπτο ξέσπασμα.

Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε ΕΔΩ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ο Αφούσης

Ο «Αφούσης» ήταν ένας καλός και εγγράμματος…

Ετικέτες:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *