Οι παραδοσιακές φορεσιές του χωριού Έμπα της Επαρχίας Πάφου

  • από

Ευχαριστούμε τον φίλο μας Ιωάννη Κωνσταντίνου που μας έδωσε την άδεια για το παρακάτω κείμενο και τις φωτογραφίες

Η Έμπα είναι ένα χωριό πολύ κοντά στη πόλη της Πάφου. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 80 είχε επηρεαστεί ελάχιστα από το τουρισμό και τον έξω κόσμο γενικά. Μέσα στη δεκαετία του 90, όμως, το χωριό άρχισε να χάνει ραγδαία τη παραδοσιακή του δομή αφού η γειτνίασή του με τη πόλη της Πάφου επέφερε στην αύξηση του πληθυσμού από κατοίκους ορεινών χωριών της Πάφου. Οι αλλαγές αυτές επέφεραν με τη σειρά τους την πολιτισμική, αλλά και τη πολιτιστική αλλοτρίωση του χωριού που μέσα σε λίγα χρόνια μετατράπηκε από ένα όμορφο παραδοσιακό χωριό σε μία σύγχρονη κωμόπολη, με ελάχιστα από τα παλιά του σπίτια να διατηρούνται πλέον. Η πολιτιστική κληρονομιά του χωριού έχει χαθεί αφού καμία συλλογική προσπάθεια από τους κατοίκους του χωριού δεν έγινε για τη συλλογή του άυλου και υλικού πολιτισμού της Έμπας. Συν αυτό, οι πρωτινοί κάτοικοι του έχουν πεθάνει όλοι και οι υπερήλικες που ζουν σήμερα όλο και λιγοστεύουν. Όταν πεθάνουν και αυτοί, τίποτα δεν θα μείνει από τις θύμησες της παραδοσιακής κοινωνίας της Έμπας και κανείς δεν θα γνωρίζει πλέον πώς ζούσαν και τί φορούσαν οι άνθρωποι του χωριού παλιά. Γι’ αυτό ήταν με μεγάλη μου έκπληξη που έπεσε στα χέρια μου μια φωτοτυπία από ένα χειρόγραφο με το όνομα «Συλλογή λαογραφικού υλικού από την Έμπα της επαρχίας Πάφου, της Νήσου Κύπρου». Η συλλογή αυτή βρίσκεται στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και είναι εργασία της Τασούλας Τρύφωνος Χρυσοστόμου, η οποία κατάγεται από την Έμπα και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η καταγραφή του λαογραφικού υλικού της έγινε το 1980, όταν ακόμη ζούσαν πρωτινοί άνθρωποι που έζησαν και θυμούνταν από εμπειρία τη παραδοσιακή κοινωνία του χωριού. Το χειρόγραφο της κυρίας Τασούλας Τ. Χρυσοστόμου είναι επιστημονικά εμπεριστατωμένο και πλούσιο σε πληροφορίες για τη αρχιτεκτονική του χωριού, τη κουζίνα, τα ήθη και τα έθιμα όλων των θρησκευτικών εορτών, αλλά και για έθιμα της εγκυμοσύνης, της γέννησης, της βάπτισης, του γάμου κ.λ.π. Πιο σημαντικό ίσως από όλα, είναι η καταγραφή της παραδοσιακής ενδυμασίας της Έμπας, η οποία γίνεται ευτυχώς για μας με μεγάλη λεπτομέρεια. Έτσι έχουμε ένα αποτέλεσμα με πλούσιο περιεχόμενο που αρχίζει από τις καθημερινές φορεσιές και μας παίρνει στις εορταστικές, στις γαμήλιες, τις χειμερινές και τις καλοκαιρινές. Η καταγραφεί αυτή που θα πρέπει μάλλον να είναι και η μοναδική στο είδος της χρίζει σοβαρής μελέτης από ανθρώπους που ασχολούνται με τις παραδοσιακές φορεσιές της Κύπρου, επειδή ανατρέπει πολλά που ως σήμερα θεωρούσαμε ως δεδομένα. Από τη καταγραφή μαθαίνουμε ότι ρουτζέττιν και τουμπλέττιν φορούσαν και στη Πάφο και όχι μόνο στη Καρπασία. Μαθαίνουμε ονόματα διάφορων ρουχισμών που μέχρι τώρα δεν τα έχουμε συναντήσει πουθενά π.χ. κανισιουρμάς και τη γυναικεία φορεσιά τη μπρεσσιαστή. Ένας ολόκληρος κόσμος που έχει χαθεί ξετυλίγεται μπροστά μας και μας παρουσιάζει τη ζωή και τα ενδύματά του. Ένας κόσμος που αν δεν τον κατέγραφε η κυρία Τασούλα Τ. Χρυσοστόμου, θα είχε χαθεί για πάντα. Γι΄αυτό οφείλω και εγώ με τη σειρά μου να τον παρουσιάσω εδώ για να γίνει γνωστός και πιο κάτω με την ευχή ότι αυτή η εργασία όλη να μην μείνει χωμένη στα ράφια του Πανεπιστημίου, αλλά να την μελετήσουν όσοι αγαπούν τη παράδοσή του νησιού μας και ιδιαίτερα τις τοπικές του ενδυμασίες.
ΣΥΛΛΟΓΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΠΑΦΟΥ, ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
Η Ανδρική Φορεσιά της Έμπας
Πληροφοριοδότης για την ανδρική φορεσιά είναι ο Νεοκλής Χρήστου 82 ετών (1980). Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο
Σαράντα πήχες δίμιτον, εκάμαν μου μιά βράκαν ….τούτον το τραούδι της βράκας ήταν που τα πιο αγαπημένα τόσο στους γάμους, όσο τζιαί στις διάφορες διασκεδάσεις, διότι την εποχήν μας οι περίτου (περισσότεροι) νέοι εφορούσαν βράκες τζιαί όι (όχι) παντελόνια.
Οι φορεσιές μας ήταν που τις καλλύττερες, τζιιαί στο σχέδιον τζιαί στο πλούμισμα (διάκοσμον). Μάλιστα τα υφάσματα εγίνονταν ούλα που τες γεναίτζιες (γυκαίκες) στην βούφαν. Η αδρωπινή (ανδρική) φορεσιά, το βρακοπουκάμισον, εφορκέτουν (φοριότανε) σ’ ούλη την Κύπρον που τα παλιά χρόνια.
Εφορούσαν πριν το καθημερινόν παμπατζιέτινο (βαμβακερό) άσπρο πουκάμισον ή το σκούρο τον αλατζιά ή το γιορτινόν μεταξωτόν. Ύστερα, έμπαινεν το σώβρακον που εσυνηθίζετουν μόνον στους γάμους τζιαί στις γιορτές για να κάμνει πιο ωραίον το σχήμα της εξωτερικής βράκας.
Το σώβρακον τζι’ η βράκα έχουν το ίδιον σχήμα. Περίπου για μια βράκαν εχρειάζετουν εννιάμιση έως δώδεκα μέτρα παμπατζιενον ύφασμαν.
Τούτον χωρίζεται σε δκυό φύλλα που το καθένα λαλούν το (το λένε) σέλλα. Η εξωτερική βράκα εγίνετουν που δίμιτον ύφασμαν ολόασπρον η παλαιόττερη, τζιαί βαμμένον μαύρον οι τωρινές.
Το σώβρακο, μακρύττερον που την βράκαν πουκάτω (στο κάτο μέρος) έκαμνεν δίπλες σαν νουρά που την ελαλούσαν (έλεγαν) βάκλα.
Τες καθημερινές εφορούσαν το ζιμπούνι ή το πατσάλι (είδος κεντητού γιλέκου). Τα ζιμπούνια εγίνουντων που άσπρον δίμιτον τζιαί τα πατσάλια που παμπατζιερό ριγωτόν (μπλε τζιαί κότσιηνον (υ)φαντό που αλατζιές.
Στε γιορτές τον σιημώνα (χειμώνα) εβάλλαν (έβαζαν) το γιλέκο ή την σταυρωτήν ή τον κανισιουρμάν, που εγίνετουν που μαύρον βελούδον, η μπλε σκούρα ή μαύρην τσόχαν.
Το καλοτζιαίρι (καλοκαίρι) στις γιορτές εφορούσαν ανοικτόν γιλέκον τον περρίκκο που ήταν καμωμένο μ’ ένα ύφασμαν με πολλά χρώματα, ριγωτό (μαύρον, τζίτρινον, κότσιηνον).
Η Γυναικεία Φορεσιά της Έμπας
Πληροφοριοδότης για τη γυναικεία φορεσιά είναι η Μυριάνθη Γεωργίου 75 ετών (1980). Σχολική μόρφωση 1η δημοτικού.
Είχαμεν δκυό είδη φορεσιάς εμείς οι γεναίτζιες τότες. Την μπρεσσιαστή που είσιεν πολλές δίπλες (πτυχές) τζιαί την σαγιά ή το αντερί. Πιό πολλά όμως εφορκέτουν στο χωρκόν μας η σαγιά παρά η μπρεσσιαστή γιατί ήτουν (ήταν) τζιαί πιο όμορφη αλλά εθεωρείτουν τζιαί πιο επίσημη.
Η φορεσιά της σαγιάς αποτελείται που την ποκαμίσα που ένι (είναι) παμπατζιερή η καθημερινή ή μεταξωτή ταίστή η γιορτινή. Φτάνει λλίον (λίγο) πιο κάτω που το γόνατον, έσιει πολλά πλαθκιά (πλατια) μανίτζια, έναν πολλά όμορφον πλούμισμαν, τις ραφάδες, από πετρούες (χάντρες πολύχρωμες), τις λελέτσες ή ψιλίτσες. Άλλες ποκαμίσες στολίζουνται με μιτσιά (μικρά) κεντήματα που γίνονται στη βούφα κότσιηνα ή πράσινα. Πιο παλιά οι υφάντρες εσυνήθιζαν να πλουμίζουν τις άκρες των πουκαμίσων με τα φοιθκιώτικα.
Η σαγιά έσιει ακόμα τζιαί το βρατζίν (βρακί). Τα ποϊνάρκα του (σκέλη του) φτάνουν ως τον αστράγαλον που σουρώνει τζιαί ονομάζεται φουκαρούδιν. Για το βρατζίν χρειάζονται παραπάνω που τρία μέτρα παμπατζιένον ύφασμαν. Το ποβράτζιν (κάτω μέρος το βρακιού) έσιει στα καλλύτερα βρατζιά πολλά ωραίον πολύχρωμον πλούμισμαν, που φτάνει σε αρκετόν ύψος. Τούτα τα πλουμιά είναι διαφορετικά στα καθημερινά που τα γιορτινά. Στα καθημερινά τα πλουμιά γίνουνται με χρωματιστά παμπάτζια τζιαί στα γιορτινά με μετάξιν.
Τα πλουμιστά βρατζιά έχουν τζιαί διαφορετικές ονομασίες σε σκέση (σχέση) με το κέντημά τους. Έτσι έχουμε το ποβράτζι στρογγυλό, το χασανί, το σουτζί τζιαί άλλα.
Το γωνίν, που ήταν έναν πλουμιστόν, κότσιηνον μεταξωτόν μαντήλιν εδίνετουν (δενόταν) στη μέση πάνω που τη σαγια.
Η σαγιά γίνεται που ριγωτόν αλατζιά παμπατζιερόν, ή παμπακομέταξον. Έσιει μακριά τζιαί πλαθκιά μανίζια που εν (είναι) ανοικτά που τον άγκωναν τζιαί κάτω.
Η φορεσιά που φορούσαν τις Κυριακές τζιαί τις γιορτές ήτουν σκεδόν (σχεδόν) η ίδια με τη καθημερινή σαγιά, μόνον που εγίνετουν με καλλύττερα υφάσματα. Η σάρκα- έμπαινε πιο πάνω που την σαγιά. Εν έναν κοντόν γιλεκάκι δηλαδής ανοικτόν μποστά με μανίτζια σαν κοντογούνι. Εγινίσκετουν με μαύρην τσόχαν (τζιουφά) τζιαί γύρου-γύρου που το στήθος, τον λαιμό στα μανίτζια τζιαί στην μέσην είσιεν πλούσια κεντήματα που εγινίσκουντων με χρυσά ή ασημένια ράμματα (κορδόνια) τα λεγόμενα, χάρτζια.
Είσιεν όμως τζιαί σάρκες που ήτουν κεντημένες με χρυσές κλωστές τζιαί πουπίσω (δηλ. ολόκληρη η πλάτη). Με την σάρκαν πολλές εφορούσαν την σαγιάν τζιαί άλλες έναν φουστάνιν με πολλές δίπλες άσπρον ή κότσιηνόν, το λεγόμενον ρουτζιέττιν.
Πάνω που την σάρκαν μερικές φορές ερίχνασιν, έναν άλλον φουστάνιν όπως την (μ)πέρταν που έφτανεν ως τα γόνατα. Τζιαί τούτον ελαλούσαν το ρουτζιέττιν. Οι κορασιές (νέες) εφορούσαν κότσιηνον χρώμαν, ενώ οι πιο μεγάλες άσπρον. τούτη η (μ)πέρτα έσιει πολλά λεπτές πιέττες (πλισσέ) που σωρεύκεται (μαζεύεται) γύρου -γύρου που τον γιακκάν όπου κουμπιάζεται τζι’ όλας, δηλ. κουμπώνεται.
Η ζώνη ήταν πλαθκιά βελουδένια με χρυσά κεντήματα τζιαί εκουμπιάζετουν (κουμπονώνανε) με δκυό ασημοζεύκαρα (πόρπες ή θηλυκωτάρια).
Η φορεσιά της Νύφης, ο στόλος, ήταν η ίδια με την επίσημη. Το φουστάνιν όμως ελέγετουν δουμπλέτιν.
ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ
Ανδρικά υποδήματα
Ούλλοι (όλοι) εφορούσαν τις ποδίνες (μπότες) που ήταν καμωμένες που πετσιές αιγιών (γιδοτόματα). Οι τσαγγαροποδίνες ήταν για τη δουλειά. Είχαν διπλές σόλες πουκάτω τζιαί μιάλες πρόκες, τις ρίζες. Το καλοτζιαίριν εβάλλαμεν παπούσια μυττερά (μυτερά). Στις γιορτές εβάλλαμεν μαύρες αλαβρές (αλαφριές) ποδίνες τις λογέμενες «Βράντζιτζιες», δηλ. φραγκοποδίνες. Είσιεν όμως τζιαί πολλούς που εβάλλαν κότσιηνες ποδίνες τις λεγόμενες μπέηκες. Με τούτες εφορούσαν τζιαί κλάτσες (κάλτσες) που εφτάνασιν μέχρι το γόνατον.
Γυναικεία υποδήματα
Οι γεναίτζιες ασχέτως πώς τωρά εκηρύξαν πόλεμον κατά της παλιάς μόδας, εν τούτοις όμως παλιά, στο σπίτι εφορούσαν ελαφριά παπούτσια, τα γεμενιά, τζιαί τις κοττούρες για την εκκλησιά, τις γιορτές, γιατί είχασιν λλίον παραπάνω τακκούνιν
ΚΑΛΥΜΜΑ ΚΕΦΑΛΗΣ, ΚΟΜΜΩΣΗΣ, ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ
Για Γυναίκες
Όσες γεναίτζιες είχαν μακριά μαλλιά εκάμνασιν δκυό βρουλιά (πλεξούδες) που εππέφτασιν (έπευταν) πίσω στην ράσιην (πλάτη). Όσες όμως είχαν κοντά μαλλιά ετυλίαν τα γυρόν -γυρόν (τα λύλιγαν γύρω-γύρω) που την τζεφαλήν όπως το στεφάνι.
Για τζεφαλόδεσμο (κεφαλόδεσμο) εβάλλασιν οι γεναίτζιες δκυό κουρούκλες (μαντήλια) που είχασιν πάνω τους σταμπωτά κλαθκιά (κλαδιά). Τούτες οι κουρκούκλες είχασιν τζιαί διαφορετικές ονομασίες όπως τζιτρομηλάτο, καράνευτο, καλυμπάτο.
Το μιτσόττερον (μικρότερον) μαντήλιν δηλ. το τσιημπέρκιν ή κρασάτο εδίννετουν (δενότανε) σφικτά πάνω στην τζιεφαλήν. Τζιείνον (εκείνο) που ήταν μιαλλύτερον (μεγαλύτερο), δηλ. το π’ όξω (εξωτερικό) ετυλίετουν (τυλιγότανε) κάτω που το σαούνι (σαγόνι) γυρόν-γυρόν που τον λαιμόν.
Ιδίως τις γιορτές πάνω στην τζιεφαλήν τους οι κοπελλούες (οι νεαρές γυναίκες) εβάλλασιν τζιαί έναν φεσούιν (φεσάκι) τζιαί πιο κάτω που τούτον το φεσούιν ερίχνασιν έναν τετράγωνον άσπρον μεταξωτόν μαντίλι ολοκέντητο με μετάξια ούλων των χρωμάτων.
Που κοσμήματα τότες ο κόσμος είσιεν φτώσσιες τζιάι εν είχασιν πολλά. Μόνον οι πιο πλούσιες εβάλλασιν συνήθως. Εβάλαν ένα περιδέραιον ολόγρυσον τον λεγόμενον κερτανεν. Επίσης εβάλλασιν γύρου-γύρου που τον λαιμόν τζι’ άλλες λεπτές χρυσές αλυσίες, το λογόμενον μιρμΐιν. Είχασιν όμως τζιαί κωνσταντινάτα τζιαί λύρες χρυσές (φλουριά) ραμμένα τζιαι κρεμμασμένα γυρόν που τον λαιμόν τζιαί το στήθος.
Πάλες (πάλι) που μιτσιές (μικρές) οι κοπελλούες εβάλλασιν σκολαρίτζια (σκουλαρίκια).
Για Άνδρες
Οι αδρώποι (άνδρες) τωρά, πάνω στην τζιεφαλήν τους εβάλλασιν έναν κότσιηνον φεσούιν, που ήταν έναν σκουφί με μιάλην φούνταν. Γυρόν-γυρόν που το φέσιν εστρίβκαν (έστριβαν) έναν σαρίτζιν (μαντήλιν) που είσιεν χρώμα πολλά ανοικτόν για τους νεολαίους τζιαί σκούρον για τους γέρους. Γυρόν που τον λαιμόν εβάλλασιν τζιαί έναν άσπρον σιάλιν.
Το μαλλίν τους έπρεπε να ήταν κοντόν τζιαί το καππωτόν (σκαλωτό) ήτουν που τα πιο ωραία. Μάλιστα εθεωρείτουν σαν το πιο όμορφον μαλλίν τζείνον που εγυάλλιζεν τζιαί για τούτον οι νέοι αφού ελούννασιν (έλουζαν) τα μαλλιά τους επασαλείφκαν τα (τα πασάλειβαν) με λάδι ελιάς στο τέλος.
Η Βούρκα
Εξήασα (ξέχασα) να σου πω ότι οι ανδρώποι (άνδρες) όταν επηαίννασιν (πήγαιναν) σε δουλειάν έξω που το χωρκόν εκρεμμάζασιν στους νώμους τους πάντα την βούρκαν που ήταν ένας σάκκος καμωμένος που πετσιές αιγιών (γιδοτόμαρα).
Τούτην όμως την βούρκαν είχαν την πάντα μαζί τους τζιαί οι βοσκοί, τζιαί οι γεωργοί, οι τζυνηοί (κυνηγοί). Μέσα στούν’ τον σάκκον εβάλλασιν τα μασιέρκα τους τζιαί τα τσιακκούδκια τους (μικρά μαχαίρια), το κολοκούι με το νερό, το λιοπότηρο ή τον άππον (δοχείο που έβαζαν ελιές, τυρί).
Τούν’ το λιοπότηρον εγινίσκετουν πω μιαν νεροκωλοτζίθαν (κολοκύθα) κομμέμην στο λαιμόν τζιαί βουλλωμένην μ’ έναν στούππωμα (πώμα) της βανούκας (της αναθρήκας).
Στον άππον που γίνεται με φύλλα φοινιτσιάς μπαίνουν πάντοτε το τυρί, τζιαί οι ελιές ενώ στο λιοπότηρον τζιαί τούτα αλλά πιο πολλά το φαίν.
Τούν’το λιοπότηρον πολλές φορές γινίσκεται έξω που ξύλον που εν όμορφα σκαλισμένο.
Οι φωτογραφίες με τις φορεσιές είναι όλες δικές μου
Ιωάννης Κωνσταντίνου

ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/ioannis.constantinou.92/posts/10164959246875456

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ο Αφούσης

Ο «Αφούσης» ήταν ένας καλός και εγγράμματος…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *