Μια Μικρή Τσελιγκοπούλα(Βάσω Βασίλω)

  • από

Μια μικρή, αχ Βάσω, Βασίλω / μια μικρή τσελιγκοπούλα.
Μια μικρή τσελιγκοπούλα / όμορφη κι αρχοντοπούλα.

Με τη μά-, αχ Βάσω, Βασίλω / με τη μάνα της μαλώνει.
Με τη μάνα της μαλώνει / και βαριά τη βαλαντώνει.

Δώσ’ μου μά-, αχ Βάσω, Βασίλω / δώσ’ μου μάνα τα προικιά μου.
Δώσ’ μου μάνα τα προικιά μου / Τη μεταξωτή ποδιά μου

Για να πά-, αχ Βάσω, Βασίλω / Για να πά-, να πάω στο πανηγύρι
Για να πά-, να πάω στο πανηγύρι / το χορό να πρωτοσύρει

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.