Μια Ιντιρνιλούδα

  • από

Μια Ιντιρνιλού κι ωχ αμάν αμάν
μια Ιντιρνιλούδα λούζουνταν
μια Ιντιρνιλούδα λούζουνταν και η μάνα της τη χτένιζε.

Τη χτένιζε κι ωχ αμάν αμάν
τη χτένιζε την έπλεκε,
τη χτένιζε την έπλεκε και για νερό την έστελνε.

Πάρε κόρη μ’ κι ωχ αμάν αμάν
πάρε κόρη μ’τη στάμνα σου
πάρε κόρη μ’τη στάμνα σου, σύρε να φέρς κρύο νερό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.