Μια γριά μπαμπόγρια

  • από

Mια γριά, τσικιρικιτρόμ, τρακατρούμ, τρακατρόμ
μια γριά μπαμπόγρια λάχανα μαγείρευε

κει που τα μαγείρευε
κει της ήρθε μια βοή
για να πάει να παντρευτεί
δίνει μια του τέντζερη
κι άλλη μια του καπακιού.
Φάτε κότες λάχανα
και σεις γάτες τα ζουμιά
γιατί εγώ θα παντρευτώ
και θα νοικοκυρευτώ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.