Μηλίσσω

  • από

Μωρ μηλίσσω πως κοιμάσι μοναχή
Δεν κοιμούμι μοναχή, ‘γω ‘χουν άντρα γκαϊταντζή
‘Γω ‘χουν άντρα γκαϊταντζή και *μπασιάκου **φιουρτζή
Και μπασιάκου φιουρτζή, ‘γω ‘χου δώδικα αϊγουρί
‘Γω ‘χου δώδικα αϊγουρί με τι σένα δεκατρείς

*Μπασιάκος = Κουνιάδος
**Φιουρτζής = Ο οργανοπαίχτης φλογέρας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.