Με τη θειά μου την Κοντύλω

  • από

Με τη θειά μου την Κοντύλω
επηγαίναμε στο μύλο
(μπιγιρνέ μπιγιρνε
μπίγι μπίγι μπίγιρνε)
Κούντα γω και κούντα κείνη
δίν’ ο Θεός και πέφτ’ εκείνη
πάνω γω από κάτω εκείνη

“Αχου Θειά και να’ σουν ξένη,
και το τι’ θελε να γένει”
“Κάμε, γιέ μου, τη δουλειά σου,
κι εγώ είμαι πάλι θειά σου”

Να κι ο μπάρμπας από πέρα,
τράκα τρούκα τη μαχαίρα:
“Βρ’ ανιψιέ, καταραμένε,
κι ίντα πολεμάς, καημένε;”

“Μπάρμπα, θερμασιά την πιάνει
και την πλάκωσα να γιάνει”
“Πλάκωσ’ την καλά, παιδί μου,
όπου να’ χεις την ευχή μου”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.