Μέσα σ’ ώριο περιβόλι

  • από

Μέσα σ’ ώριο περιβόλι δάφνη και μυρτιά μαλώνει
κι η μυρτιά, βρ’ αμάν-αμάν,
κι η μυρτιά ‘λέγε της δάφνης…

Kι η μυρτιά ‘λεγε της δάφνης: συ μου πήρες το κλωνάρι
(Όχι μα τον αϊ-Γιάννη, δε σου πήρα γω κλωνάρι)
κι αν σου πήρα γω κλωνάρι, να με πάρει το ποτάμι
να με πάει τη δύση-δύση κάτω στου πασά τη βρύση.
Πάει η κόρη να γεμίσει, σκύβει ο αγάς να τη φιλήσει.
(Σήκωσ’, κόρη, το σαγιά σου μη λερώσεις την ποδιά σου.
Tι σε κόφτ’ εσένα, αγά μου, κι αν λερώσω την ποδιά μου.
Kόφτει με και κοσπετάρω και γυναίκα θα σε πάρω.
Kάλλιο να σε φάει το φίδι παρ’ αυτό που θες να γίνει)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.