Κυνηγός

  • από

Κυνηγός που κυνηγούσε
εις το δάσος μια φορά
έτυχε να συναντήσει
μιαν ερημοεκκλησιά.

Προχωρεί και μπαίνει μέσα
με λυπητερή καρδιά μα καρδιά
βλέπει εκεί που προσκυνούσε
μια μικρή καλογριά.

Καλημέρα καλογρέα
τ’ όνομά σου σου ζητώ
τ’ όνομά σου κι ας πεθάνω
στο ερημοκκλήσι αυτό.

Τ’ όνομά μου δε στο λέω
γιατί θα με λυπηθείς
γιατί εσ’ υ ήσουν η αιτία
καλογρέα καλογρέα να με δεις.

Ελα πάτησε τον όρκο
και παντρέψου μια φορά
πάρε με τον κυνηγάρη
που σ’ αγάπησα πιστά

Πώς τον όρκο να πατήσω
τον θεό ν’ απαρνηθώ
πόχω τώρα πέντε έτη πούμε δω
πούμε εδώ και ασκητώ

Το φαί μου είναι χόρτα
το κρεβάτι μου είναι αυτό
και προσκέφαλο μια πέτρα
έτσι μου τανε γραφτό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.