Κλαιν οι πέρδικες στα πλάγια

  • από

Κλαίν’ οι πέρδικες στα πλάγια κλαίνε τον καημό
έκλαιγα κι εγώ ο καημένος τον ξεχωρισμό,
πώς θαλα ξεχωριστούμ’ αγάπη εμείς τα δυο.
Ξένε συ που είσαι στα ξένα και στα μακρινά,
δε σου βάρεσαν τα ξένα και η μαύρη ξενιτιά;
Μωρ’ αν είσαι να έρθεις έλα, άιντ’ αν έρχεσαι,
ωχ εμένα οι δικοί μου με βαρέθηκαν
και με προξενούν στα ξένα μέσ’ στο Ροϊδοστό
και μου δίνουν άντρα γέρο εκατό χρονώ,
μήνα που ήτανε και γέρος είν’ και ράθυμος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.