Η Λαμπρή στον Πόντο

  • από

Απ’ όλες τις θρησκευτικές εορτές μόνον το Πάσχα δεν παρουσίαζε σχεδόν καμιά παραλλαγή εις τον τρόπον του εορτασμού του εις όλας τας πόλεις του Πόντου. Ότι γράφουμε για το Πάσχα στην Τραπεζούντα νομίζομεν ότι θα μπορούσε να γραφή για όλες τις πόλεις του Πόντου.

Μεγάλο Σάββατο

Πρωΐ πρωΐ ο οικοκύρης πήρε και τις τελευταίες παραγγελίες απ’ την οικοδέσποινα και τράβηξε στην αγορά με το άδειο «ζεμπίλι» στο χέρι, για να συμπληρώση τις ελλείψεις που διεπιστώθησαν. Βέβαια τα ουσιώδη όλα ψωνίσθηκαν από την αρχή της εβδομάδας και ενωρίτερα, όπως π.χ. τ’ αυγά και οι κόττες, μα έλειπαν τα ζαρζαβατικά για τη σαλάτα, το κασέρι, ο παστουρμάς, το κρασί, τα φρούτα… και μερικά άλλα.

Στην Τραπεζούντα δεν συνείθιζαν να τρώνε παστουρμά. Το Πάσχα όμως έπρεπε να βρίσκεται σε κάθε σπίτι.

Ο παστουρμάς, το «σουτζούκι» (λουκάνικο από προβατίσιο ή κατσικίσιο κρέας φορτωμένο μ’ άφθονα παχαρικά), το κασέρι και το σφιχτό, το καλοβρασμένο αυγό ήταν ο καθιερωμένος μεζές που σερβιριζόνταν με το κρασί στους πασχαλινούς επισκέπτας. Για τους πολύ επισήμους, μαζύ μ’ αυτά προσέφεραν και τεμαχιασμένη βραστή κόττα.

Μόλις έκλειε η πόρτα πίσω απ’ τον οικοκύρη, οι γυναίκες στο σπίτι αφού έπλαθαν τα «τζουρέκια» που το ζυμάρι τους ετοιμάσθηκε από τη νύχτα (πολλά σπίτια ετοίμαζαν τα τσουρέκια απ’ τη Μεγάλη Πέμπτη) και τάστελναν στο φούρνο της γειτονιάς, καταπιάνονταν με την καθαριότητα του σπιτιού. Έπρεπε να λάμπουν όλα, ακόμη και τα ξύλινα πατώματα που επλύνοντο (επλύσκουσαν) κ’ ετρίβοντο με ειδική βούρτσα, σαν να επρόκειτο για έπιπλα. Τελευταία η αυλή και το κατώφλι της εξώπορτας.

Στην κουζίνα υπήρχε απεργία! Αρκούσε κάποιο νηστίσιμο απομεινάριο απ’ τις προηγούμενες ημέρες, λίγες εληές, λίγο ρετζέλι με φουντούκια και λίγος χαλβάς.

Το βράδυ σαν μαζευόντουσαν όλοι στο σπίτι, μικροί-μεγάλοι, αν εντός της ημέρας δεν είχαν λουσθή στο χαμάμι, θα ελούζοντο στη σκάφη που τους περίμενε στην «ασχανά» (κουζίνα) όπου έβραζε το «χαλκόν» (καζάνι). Πρώτα οι μικροί και τελευταίοι οι μεγάλοι.

Ακολουθούσε «το άλλαγμαν» δηλ. η αλλαγή των εσωρούχων, των σενδονιών κτλ., και χωρίς καμμιά άλλη διαδικασία στο κρεβάτι. Έπρεπε να πέσουν από νωρίς γιατί στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα θα τους ξυπνούσαν τα χτυπήματα του «ζαγκότζου» στην πόρτα.

Ο «ζαγκότζ’» ή «ζαγκότζον» (ποια να είνε άραγε η ετυμολογία της λέξεως;) ήταν τ’ όνομα που εδίδετο στον νυκτοφύλακα (παζβάντς), κάποτε και στον κανδηλανάφτη, μόνον εκείνη τη νύχτα, σαν τίτλος εξαιρετικός, για εξαιρετικό λειτούργημα.

Ο παζβάντης (παζβλάντ’ς) ενώ κάθε βράδυ καθ’ όλον το έτος με τα ρυθμικά χτυπήματα της βαρειάς μαγγούρας του εσήμαινε τες ώρες, εκείνη την νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου χτυπούσε με την ίδια μαγγούρα με ιδιαίτερο ρυθμό μια-μια τις πόρτες των Χριστιανών, κατά τις τρεις περίπου μετά τα μεσάνυχτα, για να τους ξυπνήση και να πάνε στην εκκλησιά. Αυτή η συνήθεια έμεινε απ’ την εποχή που οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν στους Χριστιανούς να έχουν καμπάνες στις εκκλησίες των, ούτε και σήμαντρα ακόμη. Και αν μελετήση κανείς το ζήτημα θα βρει πως τα ρυθμικά, αλλά βροντερά χτυπήματα των δικών μας ημερών θα ήσαν, στις μαύρες ημέρες της σκλαβιάς, ελαφρά συνθηματικά τοιαύτα.

Μόλις λοιπόν βροντούσε η πόρτα απ’ τα χτυπήματα του ζαγκότζου, ξυπνούσαν και ετοιμάζοντο για την εκκλησία, όπου πήγαιναν όλοι, εκτός από τα πρόσωπα που ήσαν υποχρεωμένα είτε από ασθένειαν είτε για την περιποίηση των μικρών (μωρών) ή των ασθενών να παραμένουν στο σπίτι.

Ανάστασις

Η «Ανάστασις» ετελείτο στο προαύλιο της εκκλησίας που λειτουργούσε (εβγάλαμε την Ανάστασιν), αλλά συχνότερα κλήρος και λαός «εν πομπή και παρατάξει» πήγαιναν στον αυλόγυρο κάποιου παρεκκλησιού της ίδιας ενορίας, όπου ανεγινώσκετο το Ευαγγέλιο και ηκούετο το πρώτον «Χριστός Ανέστη…». Πάντως εις τον χώρον τον οποίον θα εγίνετο η Ανάστασις από το απόγευμα του Σαββάτου ελάμβανε χώραν η εγκατάστασις του… βαρέως πυροβολικού των πυροτεχνημάτων.

Ήσαν δε αυτά προ παντός τα «τζιαρτζιφελέκια» (τροχοί των οποίων την στεφάνην και τας ακτίνας αποτελούσαν «χοντρά φουσέκια» ειδικά, με βαρειά γόμωση, που με την ανάφλεξη όλων κατά σειράν μέσα σε μια θάλασσα φλογών και σπινθήρων και σε ομοβροντίας εκκωφαντικών εκπυρσοκροτήσεων).

Ήσαν δε διαφόρων ειδών τα «τζερτζιφελέκια» αυτά. Άλλα περιστρεφόμενα παράλληλα με το έδαφος και άλλα καθέτως προς αυτό. Ήταν ο «τηλέγραφον» – ρουκέτες που έτρεχαν πάνω σε δύο τεντωμένα σύρματα, κατ’ αντίθετη φορά. Το «καράβι» που ήταν γεμάτο με «φουσέκια» και που άναβαν το ένα κατόπιν του άλλου! Πλήρης ναυμαχία επί… ξηράς!

Πλην των ανωτέρω ήσαν τα «τάπια» ή «κάστρα», δηλ. τετράγωνος πίναξ, διάτρητος εις την μιαν πλευράν της πλατείας και έναντί του εις την άλλην πλευράν, δεύτερος παρόμοιος. Κάθε οπή έφερε και ένα «φυσέκι». Μεταξύ των δύο αυτών ταμπλώ εγίνετο μονομαχία με την διαδοχική πυροδότηση και εκτόξευση των φυσεκιών.

Μόλις ηκούετο, ύστερα απ’ την ανάγνωση του Ευαγγελίου, το «Χριστός Ανέστη», ανεστατώνετο το σύμπαν από τας εκπυρσοκροτήσεις των πυροτεχνημάτων και τους πυροβολισμούς, ενώ συγχρόνως αυλάκωναν τον ουρανό τα «χαβάν φουσέκια» ή «καναβλία» (ρουκέτες με μεγάλο βεληνεκές), άλλα «καντήλια» που κατά την έκρηξή τους σκόρπιζαν σαν διάττοντες βολίδες με διάφορους φωτεινούς χρωματισμούς και άλλα απλά «καναβλία» (από το στέλεχος του καναβιού, που ήταν προσδεμένο στο χάρτινο φυσίγγι) που εκπυρσοκροτούσαν στα ύψη, ενώ στο έδαφος τα «αραής-φουσέκια» (μικρά χάρτινα φυσίγγια γεμάτα καταλλήλως με μπαρούτι) έκαμαν τις πιο απίθανες εφόδους στο κενό και ανάμεσα στους εορταστάς, με δυσάρεστα πολλάκις αποτελέσματα εις βάρος των. Ήταν τόσον μεγάλη η φασαρία που εγίνετο, ώστε επικράτησε να λέγεται η φράση «εγέντον το Ανάστα ο Θεός» όταν επρόκειτο να περιγράψουν οποιαδήποτε σοβαρά θορυβώδη αταξία ή αναστάτωση.

Από τον αυλόγυρο του παρεκκλησίου επέστρεφαν όλοι στην εκκλησία. Οι εκατοντάδες των αναμμένων λαμπάδων μετέβαλλον τους στενούς, ως επί το πλείστον, δρόμους, σε πύρινους ποταμούς, και τα εκατέρωθεν σπίτια έδειχναν σαν παραμυθένια παλάτια που φώτιζε κάποιο υπερκόσμιο φως.

Η «απόλυσις» γίνονταν με τα ξημερώματα. Κάθε οικογένεια έπαιρνε το καλαθάκι της με τα «αγιασμένα τ’ αυγά που είχαν τοποθετηθή κάτω στην Αγία Τράπεζα, από την Μεγάλη Πέμπτη. Στο σπίτι το τραπέζι άρχιζε με το τσούγκρισμα των αυγών (μόνον τα αγιασμένα τ’ αυγά δεν τσούγκριζαν). Ένα απ’ αυτά ετοποθετείτο στο Εικονοστάσι. Ήταν απαραίτητη η κοτόσουπα, η βραστή κότα και το τσουρέκι.

Γενικά στην Τραπεζούντα το πασχαλινό τ’ αρνί το αντικαταστούσε η βραστή κότα.

Τες τρεις μέρες του Πάσχα δεν εγίνοντο ποτέ εκδρομές. Απεναντίας ήσαν οι κατ’ εξοχήν ημέρες των επισκέψεων και του οικογενειακού γλεντιού.

Το μεσημέρι εγίνετο η «Διπλανάστασις». Όλοι πήγαιναν στην εκκλησιά της ενορίας των ντυμένοι πλέον με τα γιορτινά τους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, γιατί δεν υπήρχε πλέον ο κίνδυνος των απροόπτων των πυροτεχνημάτων και του… πολεμικού μένους της νύχτας της Αναστάσεως. Μετά μεσημβρίαν άρχιζαν οι επισκέψεις.

Ενώ το κατ’ εξοχήν πιοτό του καθημερινού τραταμέντου και γλεντιού ήταν το «ρακίν» (ούζο), τας ημέρας του Πάσχα εσερβίρετο μόνον κρασί, με τους σχετικούς πασχαλινούς μεζέδες που αναφέραμε.

Πλην των συγγενικών επισκέψεων, οι περισσότεροι εδέχοντο και έδιναν τοιαύτας καθ’ ομάδας (παρέες) πράγμα που συνέβαλλε πολύ στο να ανάψη σε κάθε σπίτι, πλούσιο ή φτωχό, το γλέντι.

Δεν συνείθιζαν να κάμουν δώρα το Πάσχα. Μόνον για τους αρραβωνισμένους εγίνετο εξαίρεσις.

Σε οικογένειες, που από φτώχεια ή διότι πενθούσαν, δεν είχαν κάμει τα πατροπαράδοτα τζουρέκια και δεν έβαφαν αυγά, έστελνον οι γείτονες και οι συγγενείς και από τα δύο.

Επίσης, όσοι είχαν γνωστούς Τούρκους, έστελναν στας οικογενείας των, ως δώρα, τσουρέκια και κόκκινα αυγά. (Εις αντάλλαγμα οι Τούρκοι έστελναν κατά το δικό τους «Μπαϊράμι» μπακλαβάδες και άλλα γλυκίσματα. «Μπαϊράμι» ωνόμαζαν οι Τούρκοι και το δικό τους Πάσχα.)

Την Μεγάλη Εβδομάδα η Φιλόπτωχος Αδελφότης, η Μητρόπολις και αι Εκκκλησιαστικαί Επιτροπαί των ενοριών ειργάζοντο εξαιρετικώς εντατικά. Εφρόντιζαν και κατώρθωναν να βοηθήσουν με τον πλέον εχέμυθον τρόπον την «κρυμμένην δυστυχίαν». Χρήματα, ενδύματα, τρόφιμα έφθαναν εγκαίρως εκεί που έπρεπε και η χαρά του Πάσχα ήταν κοινό κτήμα όλων.

Και τες τρεις ημέρες του Πάσχα τα καταστήματα ήσαν κλειστά, και το Πασχαλινό γλέντι συνεχίζετο. Και όπως το εμπόριον και η βιοτεχνία ευρίσκοντο σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια των Ελλήνων, ολόκληρος η πόλις έπαιρνε εορταστική όψη, με νεκρωμένη την αγορά.

Η τρίτη ημέρα εωρτάζετο με ιδιαιτέραν μεγαλοπρέπειαν στην ενορία των Εξωτείχων, όπου εκκλησιάζοντο οι επίσημοι και πλήθος Χριστιανών από όλας τας άλλας ενορίας.

Ο χαιρετισμός και αντιχαιρετισμός της ημέρας του Πάσχα, μέρα και νύχτα, ήταν «Χριστός Ανέστη» – «Αληθώς Ανέστη» ως την Κυριακή του Θωμά.

Στην Τραπεζούντα ο Λαός δεν ωνόμαζε τη μεγάλη γιορτή της Αναστάσεως Πάσχα, αλλά Λαμπρή· «λαμπρέσα» δε έλεγε τα ρούχα, ή τα συνήθεια, ή τα φαγητά κτλ., όπως από το «γαμπρός» έλεγε το επίθετον «γαμπρέσα».

Έρθεν αρνόπο μ’ η Λαμπρή
και το «Χριστός Ανέστη»
ετοιμάστ’ και θα παίρω σε
Χορτοθερή ’ς σην ζέστη.

Φ(ίλων) Κ(τενίδης)

Ποντιακή Εστία – Μηνιαίον Λαογραφικόν Περιοδικόν
Έτος Ε΄, Απρίλιος, τεύχος 4ον 1954
Από της εκδόσεως τεύχος 52ον

ΠΗΓΗ : http://www.pontos-news.gr/pontic-article/149270/i-lampri-ston-ponto

Ετικέτες:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.