Η βράκα

  • από

Ε, σαρανταδκυό πήχες παννίν, 
σαρανταδκυό πήχες παννίν, 
έκαμαν μου έκαμαν μου
μια βράκαν.
Τη γ’ έρμην την βράκα
που κάμνει τρίκκι τράκκα.

Ε, τζι ήρτεν ο κάβαλλος μακρύς, 
τζι ήρτεν ο κάβαλλος μακρύς, 
τζι εσάριζεν τζι εσάριζεν
την στράταν.
Τη γ’ έρμην την βράκα
που κάμνει τρίκκι τράκκα.

Τη βράκα μου στη λίμνην
τζιαι πκοιός να μου την πλύνει, 
τζιαι πκοιός να την απλώσει, 
στον ήλιον να στεγνώσει, 
τζιαι πκοιά εν τζιείνη άξια, 
πονά τη σιερώσει, 
την βράκαν μου την τόσην
τζιαι πκοιά ‘ννα τη διπλώσει;

Ε, τζι ήμουν δεκατριών χρονών, 
τζι ήμουν δεκατριών χρονών, 
τζι εφόρουν την τζι εφόρουν την
βρακού μου.
Τη γ’ έρμην την βράκα
που κάμνει τρίκκι τράκκα.

Ε, τζι εγύριζα μες στο χωρκόν, 
τζι εγύριζα μες στο χωρκόν, 
κρυφά τους χω κρυφά τους
χωρκανούς μου.
Τη γ’ έρμην την βράκα
που κάμνει τρίκκι τράκκα.

Τη βράκα μου στη λίμνην
τζιαι πκοιός να μου την πλύνει, 
τζιαι πκοιός να την απλώσει, 
στον ήλιον να στεγνώσει, 
τζιαι πκοιά εν τζιείνη άξια, 
πονά τη σιερώσει, 
την βράκαν μου την τόσην
τζιαι πκοιά ‘ννα τη διπλώσει;

Ε, παρά να πάρεις άδρωπον, 
παρά να πάρεις άδρωπον, 
τζιαι ναν’ τζιαι με τζιαι ναν’ τζιαι με
την βράκαν.
Την γέραμην την βράκαν
που κάμνει τρίκκι τράκκα.

Ε, καλλίτερα πανταλονάν
καλλίτερα πανταλονάν
τζι ας εν με την τζι ας εν με την
κομμάταν 
Τη γ’ έρημην την βράκα
που κάμνει τρίκκι τράκκα.

Τη βράκα μου στη λίμνην
τζιαι πκοιός να μου την πλύνει, 
τζιαι πκοιός να την απλώσει, 
στον ήλιον να στεγνώσει, 
τζιαι πκοιά εν τζιείνη άξια, 
πονά τη σιερώσει, 
την βράκαν μου την τόσην
τζιαι πκοιά ‘ννα τη διπλώσει;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.