Η άμοιρη

  • από

Παντρεύτηκα – παντρεύτηκα την άμοιρη
Παντρεύτηκα την άμοιρη μ’ ένα παλικαράκι

Κάθε πρωί την άμοιρη, κάθε πρωί με φόρτωνε
Κάθε πρωί με φόρτωνε μ’ ένα σακί κριθάρι

Στο μύλο να την άμοιρη, στο μύλο να το κουβαλώ
Στο μύλο να το κουβαλώ, στο μύλο να τ’ αλέσω

Βρίσκω το μύ την άμοιρη, βρίσκω το μύλο χάρβαλο
Βρίσκω το μύλο χάρβαλο και τα πανιά σχισμένα

Και βρίσκω και την άμοιρη, και βρίσκω και το μυλωνά
Και βρίσκω και το μυλωνά κακά και πικραμένο

Να κι ο άντρας μου την άμοιρη, να κι ο άντρας μου κι ερχότανε
Να κι ο άντρας μου κι ερχότανε μ’ ένα μαχαίρι λάζο

Να μου το βά την άμοιρη, να μου το βάλει στην καρδιά
Να μου το βάλει στην καρδιά να στάξει μαύρο αίμα

Έτσι παθαί την άμοιρη, έτσι παθαίνω πάντα μου
Έτσι παθαίνω πάντα μου κι απαρατάω τον άντρα μου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *