Διώχνεις με μάνα διώχνεις με

  • από

Διώχνεις με μάνα διώχνεις με
στ’ αλήθεια θα πααίνω.
Αχ, με τα πουλάκια θα διαβώ
κι μι τα χελιδόνια.
Αχ και τα πουλιά θα νέρχουνται
κι εγώ πάντα θα λείπω.

Αχ, θα πας μάνα μ’ στην εκκλησιά
θα ειδιείς τις νιές θα ειδείς τους νιούς
θα ειδιείς τα παλληκάρια.
Αχ, θα διείς τουν τόπου μου εύκηρου
και στου στασίδι μου άλλου.
Αχ, θα σερν’ς μάνα μ’ παράπουνου
και πίσου θα γυρίζεις.

Αχ σε σταυροδρούμ’ θα κάθεισαι
για μένα θα ρωτάεις.
Αχ, θα διείς Τούρκου θα τουν ρωτάς,
Ρωμιό θα τουν ζητάζεις:
Aχ, μην είδιατε αμάν αμάν
αχ, μην είδατε μην άκσητε
τουν γιό μου τουν Γιαννάκη.
Τουν είδιαμε τουν άκσαμε
σ’ ηπράσινο λιβάδι.
Μαύρα πουλιά τουν τρώγανε
κι άσπρα τουν τριγυρίζουν.

Β’ ΕΚΔΟΧΗ

Διώχνεις με, μάνα, διώχνεις με, κι εγώ να φύγω θέλω,
θα φύγω με τα κάτεργα, θα φύγω με τς αρμάδες.
Μάνα, σαν ‘ρθει τ’ Αι Γιωργιού, πρώτη γιορτή του χρόνου,
μάνα, σαν πας στην εκκλησιά και θες να με ξανοίξεις,
στράφου δεξιά, στράφου ζερβά να δεις τα παλληκάρια,
να δεις τον τόπο μου αδειανό και στο στασίδι μου άλλο.
Τότες να πάρεις τα βουνά, ν’ αναρωτάς περάτες:
«Περάτες, μην τον είδετε κι εμένα τον υγιό μου;»
«Οψές αργά τον είδαμε στση Μπαρμπαριάς τα μέρη,
μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι άσπρα τον τριγυρνούσαν,
μα ένα πουλί, καλόν πουλί, δεν ήθελε να φάει.
«Φάε κι εσύ, καλό πουλί, απ’ αντρειωμένου πλάτες,
να ‘χεις τ’ ανύχια πιθαμές και μέτρα τσι φτερούγες».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.