Δέντρο είχα στην αυλή μου

  • από

Δέντρο ν εί χάι χάι μωρ’ Βιργινάδα
δέντρο ν εί μωρέ, είχα στην αυλή μου
δέντρο ν εί μωρέ, είχα στην αυλή μου
για παρη παρηγοριά δική μου.

Πράσινα κάνει τα φύλλα, 
τα κλωνάρια του γαλάζια.
Kόρη κάθονταν στον ίσκιο
κι έπλεκε χρυσό γαϊτάνι.

Πλέξ’ το, κόρη, το γαϊτάνι
πλέξ’ το και κρουστάλλωνέ το1
κι αλλουνού να μη το δώσεις
μόν’ εμένα του λεβέντη
να το βάλω στο σπαθί μου
και στ’ ασημοκούμπουρό μου.

1πλέξ’ το και κρουστάλλωνέ το: πλέξ’ το κρουστά, (δηλαδή σφιχτά, σε αντίθεση με το αραιοπλεγμένο)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.