Βιενούλα

  • από

Μα η Βιενούλα η μικρή κι η μικροπαντρεμένη
όπου καυχιόταν κι έλεγε πως Χάρο δε φοβάται.
Κι ο Χάρος όπου τ’ άκουσε πολύ του βαρυφάνει
μαύρο πουλάκι γίνηκε, μαύρο χελιδονάκι.
Και βγήκε και σαΐτεψε τη μοναχή την κόρη
μες στο λιανό το δάχτυλο που `χε την αρραβώνα.
Και μπαινοβγαίνουν οι γιατροί και γιατρεμό δε βρίσκουν
και μπαινοβγαίνει η μάνα της με τα μαλλιά λυμένα.
Πεθαίνεις, Ευγενούλα μου και τι μου παραγγέλνεις;
Σ’ αφήνω μάνα το έχε γεια και ντύσε με σαν νύφη
κι όταν γυρίσει ο Κωνσταντής να μην μου τον πικράνεις
μόν’ στρώσ’ του γιόμα να γευτεί και δείπνο να δειπνήσει
κι άπλωσε μες στην τσέπη μου και πάρε το κλειδί μου
και βγάλ’ τον αρραβώνα του και τα χαρίσματά του
και δωσ’ του τα του Κωνσταντή αλλού ν’ αρραβωνίσει
ωσάν κι εγώ παντρεύομαι, παίρνω το Χάρο άντρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.