Ακούς τους μύλους

  • από

Ακούς τους μύλους πώς βροντούν
και τα νερά πώς βάζουν;
Εμείς τα δυο αγαπιόμαστε
κι ο κόσμος ας φωνάζουν.

Έρχομαι τον τοίχο τοίχο
δεν μπορώ να σου πιτύχω.

Τι έχεις καναράκι μου
τα μάτια σου είν’ κλαμένα, 
μήπως σε μάλωσε κανείς
και σου `πε για τα μένα;

Έρχομαι τη μάντρα μάντρα
και σε βρίσκω μ’ άλλον άντρα.

Με μάλωσαν τ’ αδέρφια μου
και μου `παν για τ’ εσένα
πως είσαι ακατάστατος
δεν κάνεις για τ’ εμένα.

Ελα έλα σαν σου λέω
μη με τυραννείς και κλαίω, 
έλα έλα πέρδικά μου
στα χαλάκια τα δικά μου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.