Ένας κοντός κοντούτσικος

  • από

Ένας κοντός, ένας κοντός κοντούτσικος, 
άιντες πουλί μου άιντες, ν έχ’ όμορφη γυναίκα, 
ζηλεύει του, κι αμάν αμάν, ζηλεύει του η γειτονιά, 
ζηλεύει του η γειρονιά, ζηλεύει του κι η χώρα, 

σαν του ζηλεύει η μάνα του, κανείς δεν του ζηλεύει.
Του ζήλεψε κι ένας πασάς πο’ ’χει όμορφη γυναίκα, 
και βαριχαρατσώνει τον εννιά χιλιάδες γρόσια.
Πουλά αμπέλι’ ατρύγητα κι αμπέλια τρυγημένα, 
πουλά και το ζευγάρι του με το ζυγό δεμένο
κι ήκατσε στο λογαριασμό κι ακόμα χίλια λείπουν.
Ντύσου, στολίσου λυγερή, να πα να σε πουλήσω.
Κι ήρχισε και στολίζουνταν τρεις μέρες και τρεις νύχτες.
Βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι, 
και του κοράκου το φτερό βάζει καμαροφρύδι.
Κι εσείστη κι ελυγίστηκε, να πα να την πουλήσει.
Στο δρόμο οπού πήγαιναν, στο δρόμα που διαβαίναν, 
γιαννίτσαρος τους απαντά, μικρό γιαννιτσαράκι.
Πού πας κοντέ την όμορφη; Πάω να την πουλήσω.
Για πες μου πόσο την πουλάς, ίσως την αγοράσω.
Το ’να της χείλι, χίλια πα, τα δυο της, δυο χιλιάδες, 
που σκύψει και φιλήσει την αμέτρητα τα δίνει.
Kι εβούτηξεν στην τσέπη του κι όσα ’χε ήδωκέν τα.
Αρχίζει ο νιος να την τσιμπά, αρχίζει ο Θιος κι εβρόντα.
Αρχίζ’ ο νιος να τη φιλά, αρχίζ’ ο Θιος να βρέχει.
Για πες μου, πες μου λυγερή, πούθε βαστά η γενιά σου;
Η μάνα μου ’ν’ απ’ το Μοργιά κι ο κύρης μ’ απ’ τ’ Ανάπλι, 
είχαμε κι έναν αδερφό, τον λέγανε Γιαννάκη
κι από μικρό τον πήρανε οι κλέφτες καπετάνιο.
Πάρε, κοντέ, την όμορφη κι εμέν’ είν’ αδερφή μου, 
και τα χρουσά που σου ’δωκα ας είναι τα προικιά της

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.