Άσπρο πουλάκι κάθεται

  • από

Άσπρου πουλά – άσπρου πουλά,
άσπρου πουλάκι [ρούσα µ’] κάθιτι,
άσπρου πουλάκι κάθιτι σι πράσινου κλαράκι,
άσπρου πουλάκι κάθιτι σι πράσινου κλαρά.

Κι τα φτιρούδια του τσιµπά κι την αγάπη λέγει:
– Αγάπη µου καλουκιρ’νή, να σ’ είχα ντου χειµώνα,
του καλουκαίρι για δρουσιά κι ντου χειµών’ για ζέστη

(κι του µισουκαλόκιρου για δρουσιρό αέρα
Κασσαντρινούδις όµουρφις, Πουλυγυρ’νές κουπέλις,
κι αυτές οι Ιερισσιώτισις είνι καψουκαρδούσις,
δίνουν παράδις κι φλουριά στου δόλιου του φκιασίδι*).

*φκιασίδι = προϊόν εξωραϊσμού, καλλυντικό

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.